Δανάη Σιώζιου, Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια (Αντίποδες, 2016)

από την Γιάννα Μπούκοβα

 

Τα κορίτσια δεν έχουν φωνή. Η Αλίκη είναι οπτικό εύρημα, ένα εξάρτημα αντανάκλασης του βλέμματος του συγγραφέα, που μετατρέπει την όποια πραγματικότητα σε επικράτεια εύθυμου παραλόγου. Παρομοίως και στην ελληνική ποίηση: οι μικρές θάλασσες δεκατριών χρονών και οι Μαρίνες των βράχων, οι κορασίδες με τις πλεξούδες και τα ποδήλατα παίζουν τον ίδιο ρόλο βουβού –πάντα– κρυστάλλου που διασπά την εικόνα του κόσμου σε χρώματα και όμορφους στίχους. Κάποιοι μπορεί να το έχουν υποψιαστεί, αλλά σίγουρα όλες το έχουμε ζήσει, ότι η «χώρα των θαυμάτων» δεν έχει καθόλου πλάκα. Ότι η αφήγηση στο πρώτο πρόσωπο της διαμονής εκεί είναι πάντα αρκετά μαύρη αφήγηση.

Το βιβλίο της Δανάης Σιώζιου μπορεί να διαβαστεί ως ανταπόκριση με την ιδιότητα του κοριτσιού από το μέσα του σουρεαλιστικού τοπίου. Και ταυτόχρονα ως μία εν εξέλιξη συνομιλία με εκείνους τούς ακόμα νέους, πάντα ερωτικούς ποιητικούς παππούδες που έστησαν αυτό το τοπίο και το καλλιέργησαν. Πρώιμα ποιήματα σε ώριμη διάταξη: θρυμματισμένες/τραυματισμένες αναμνήσεις, μικρές ιστορίες παραλόγου, παγωμένες «φωτογραφικές» εικόνες, τα κείμενα μοιράζονται σε τέσσερις ενότητες που οι τίτλοι τους –«Ζωολογικός κήπος», «Κρύπτη», «Εγκληματολογικό μουσείο», «Στο πάρκο»– μοιάζουν παραδόξως συνώνυμοι, ηχούν στην ίδια ανησυχητική τονικότητα. «Σκοτάδι» είναι λέξη-κλειδί, εμπεριέχεται προγραμματικά σε κάθε ένα από τα τέσσερα μότο που ορίζουν τα αντίστοιχα μέρη, σε μια μείξη απειλής και μαύρου χιούμορ: Σκοτάδι, τα φαντάσματα παχαίνουν,/ πρέπει να τους ράβουμε συνέχεια/ καινούρια σεντόνια. Η φωνή αναζητείται, φθίνει («Μνήμη ελέφαντα»), χάνεται και αντικαθίσταται από κάποια τελετουργία (οι «Πάγοι»), περνάει από διάφορες μορφές: από το «μορς» χτυπημάτων στον τοίχο («Το φτιάξιμο»), το αναμενόμενο, αφελές «τραγούδι» («Ο ποιητής παρθένος»), μέχρι το σπαρακτικό baby talk απελπισίας («Στο πάρκο»). Διασπάται συνειδητά σε ένα παράξενο παιχνίδι αλληλοσυμπλήρωσης ανάμεσα στο εγώ-υποκείμενο και στο εγώ-αντικείμενο, έτσι ώστε (πάλι στο «Ποιητή παρθένο») αυτό το «εγώ» να υπάρχει ταυτόχρονα και ως τον στρατιώτη (που για τον Εγγονόπουλο πρέπει να έχη το τσιγάρο του και είναι στρατιώτης ποιητής στον Σαχτούρη) και ως την εγγονοπουλική άλαλη παρθένα Πουλχερία. Το καθετί «ναΐφ» πληρώνεται σκληρά. Κι όσο για τα παιδιά/ ψηλώνουν γρήγορα/ μαθαίνουνε να θάβουνε/ τα νεκρά πουλιά…/ αλλάζουν μέγεθος όπως τα ρούχα… Υπάρχει μια αίσθηση πολιορκίας στις περιγραφές από το οικογενειακό άλμπουμ, οι μεταμορφώσεις του σώματος πονάνε, η παιδική ηλικία έχει τη βία των αυθεντικών παραμυθιών. Άγνωστα φυτά που δεν έσπειρα/ φυτρώνουν έξω από το σπίτι/ κερδίζουν σε ύψος ό,τι χάνω. Τα παιχνίδια –της ενηλικίωσης, της μνήμης, των εικόνων– είναι ανελέητα και χρήσιμα, άκρως επιμορφωτικά.

Advertisements

About isidorou

everyday life, daydreaming, critique,fragments and theories, impossibilities, practices,false strategies, city slang
%d bloggers like this: