Ελπίδα Καραμπά – Δέσποινα Ζευκιλή (Προσωρινή Ακαδημία Τεχνών)/Η τέχνη και το Πολιτικό

Το πολιτικό και το ασύγχρονο

Ο Giorgio Agamben στο δοκίμιο του Τι Είναι το Σύγχρονο το περιγράφει ως το σκοτάδι, στο σκοτάδι όμως υπάρχει φως, το οποίο δεν είναι ακόμα ή δεν είναι αρκετά ή δεν ήταν ήδη φανερό. Σύγχρονος, κατά τον Agamben, είναι αυτός που μπορεί να βλέπει αυτό το σκοτάδι, πίσω από τα φώτα του παρόντος. Ο συγγραφέας φέρνει το παράδειγμα της μόδας, από τη στιγμή που ο χρήστης φοράει το μοντελάκι της «μόδας» και διατείνεται ότι είναι μέσα στη μόδα, έχει ήδη μεσολαβήσει ένα διάστημα από την επίδειξη μέχρι τη διάθεση του προϊόντος, που καθιστά το είδος ήδη εκτός μόδας, εκτός της στιγμής. Με έναν τρόπο δηλαδή, το να είσαι στη μόδα ή να είσαι σύγχρονος ενέχει πάντοτε ένα μέρος το οποίο βρίσκεται εκτός. Αυτή η κατά κάποιον τρόπο «ασυγχρονία» που περιγράφει ο Agamben στο δοκίμιό του μπορεί ίσως να περιγράψει και το πολιτικό στην τέχνη. Το πολιτικό στην τέχνη ως ένα είδος έκκεντρης σχέσης με την επικαιρότητα, που επιχειρεί να συντονιστεί με τους τριγμούς, τους ανταγωνισμούς, τις ρητές και άρρητες επιθυμίες των υποκειμένων, τις αντιφάσεις, πέρα από τα φαινόμενα. Αν το πολιτικό νοείται ως η στιγμή της αρχικής δημιουργίας ενός σχηματισμού, η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως ένα πεδίο τέτοιων σχηματισμών. Η μόδα στην πολιτική μπορεί να περιγραφεί ως η συνθήκη που η επικαιρότητα δίνει περιεχόμενο στους κυρίαρχους θεσμούς της τέχνης, όπου τα φαινόμενα γίνονται οι δείκτες επιτυχίας, επισκεψιμότητας και αναγνωρισιμότητας, και τα φλέγοντα ζητήματα γίνονται εκπαιδευτικά ψυχαγωγικά προγράμματα, αυτά είναι τα φώτα τους παρόντος.

Με την Προσωρινή Ακαδημία Τεχνών, ένα ερευνητικό και επιμελητικό πρόγραμμα που καταπιάνεται με ζητήματα διανομής της γνώσης και αναδιανομής της εξουσίας μέσω αυτής, επιτελούμε έναν μηχανισμό που επιχειρεί να παράγει «ασύγχρονα» έργα και ταυτόχρονα δοκιμάζει τα βιοπολιτικά όρια της οικονομίας μας ‒ σωματικής, υλικής και συναισθηματικής. Στα εγχειρήματα της Προσωρινής Ακαδημίας συμμετέχουμε στην παραγωγή έργων τέχνης και ταυτόχρονα δοκιμάζεται ο συντονισμός μας, η αντίστασή μας, το εύρος των διαπραγματευτικών μας εργαλείων απέναντι στους θεσμούς που μας χρηματοδοτούν, η ελαστικότητα μας σχετικά με τη διαπλοκή τη δική μας και των συνεργατών μας με τη βιομηχανία του θεάματος, τις συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης, τους όρους της καλλιτεχνικής παραγωγής.

Εδώ και τέσσερα χρόνια δοκιμάζουμε μέσα από διαφορετικά πρότζεκτ μεθοδολογίες προκειμένου να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις της τοπικής πραγματικότητας. Χρησιμοποιώντας συχνά αδιαμεσολάβητες μεθόδους όπως οι συλλογικές επιτελεστικές συνεντεύξεις, οι δράσεις της ΠΑΤ, όπως οι «Διαλέξεις Ήπιας Εξουσίας» (Soft Power Lectures), στο πλαίσιο του Actopolis Αθήνα, ή το workshop «Η καλλιτέχνης στην εργασιακή αρέν-α», στο πλαίσιο του πρότζεκτ δημόσιας τέχνης Monument to Revolution (Μνημείο στην Επανάσταση) της Sanja Iveković στην documenta14, φέρνουν στην επιφάνεια πολλά για τις ανοιχτές μάχες που έχουμε ακόμη να δώσουμε. Όπως, για παράδειγμα, το πώς οι επαγγελματίες στον τομέα μας έχουν εσωτερικεύσει τη σφαλερότητα της απλήρωτης εργασίας στο πολιτιστικό πεδίο και πόσο δύσκολο είναι να εξαλειφθεί αυτό. Μια διαπίστωση που αποκτά ειδικό βάρος τη στιγμή που η Αθήνα αποκτά διεθνή ορατότητα ως μέρος ενός νότιου πειράματος, αποτελώντας ένα παράδειγμα «δημιουργικής βιωσιμότητας» σε καιρούς κρίσης. Όταν η Αθήνα σκιαγραφείται ως φορέας αντίστασης που μπορεί να διδάξει, να προτείνει στρατηγικές επιβίωσης αλλά και έναν νέο τρόπο να κάνεις τέχνη χωρίς χρήματα, με εναλλακτικές οικονομικές και κοινοτιστικές πρακτικές, αξίζει να διερωτηθούμε τι προβλήματα δημιουργεί αυτή η εικόνα ιδωμένη μέσα σε ένα ευρωπαϊκό τοπίο επισφάλειας, περικοπών στον πολιτισμό και στις ανθρωπιστικές σπουδές και καθιέρωσης της τέχνης ως απλήρωτου χόμπι. Και να προβληματικοποίησουμε την ανάδειξη του θετικού και μόνο προσήμου χαρακτηριστικών όπως ευελιξία, βιωσιμότητα, επιτελεστικότητα, επινοητικότητα, δημιουργικότητα, παρατυπίας (informality ) κ.λπ., που αποτέλεσαν τα τελευταία χρόνια σταθερό σημείο αναφοράς τόσο για μεγάλους θεσμούς όσο και για την αθηναϊκή σκηνή. Μας απασχολούν ιδιαίτερα ζητήματα σχετικά με τις εργασιακές διεκδικήσεις και την ανάγκη επικαιροποίησης των φορέων που συμμετέχουν σε αυτές. Μέρος της Προσωρινής Ακαδημίας είναι και το Σωματείο Εργαζομένων στον Πολιτισμό (ΣΕΠ), στο οποίο προσπαθούμε να αξιοποιήσουμε θεωρητικές και επιμελητικές πρακτικές, αντί για τα παραδοσιακά εργαλεία συνδικαλιστικών φορέων με στόχο τη συμμετοχή στην ενδυνάμωση της συνείδησης σχετικά με τα εργασιακά θέματα. Η δυσπιστία που συναντήσαμε καλώντας σε διάλογο τους υπάρχοντες συνδικαλιστικούς φορείς ως προς το ποιος δικαιούται και ποιος όχι και με ποια ιδιότητα να εκφέρει λόγο για τα εργασιακά («εσείς τι είστε; ιδιωτικός θεσμός;») ή η αποστασιοποίηση άλλων θεσμών όπως η Ένωση Ελλήνων Τεχνοκριτικών από τα συνδικαλιστικά ζητήματα σαν αυτά να διαχωρίζονται ξεκάθαρα από τις πολιτιστικές διεκδικήσεις, δημιουργούν ένα ιδιότυπο πεδίο που αναπαράγει προβληματικές έννοιες ως προς το επάγγελμα του καλλιτέχνη και των εργαζόμενων στον πολιτισμό και συντηρεί την επισφάλεια στον χώρο.

Στον απόηχο και του πρόσφατου συλλαλητηρίου για το όνομα της Μακεδονίας αλλά και της έρευνας του Δικτύου Πολιτισμού του Δήμου Αθηναίων (όπου το 49% των ερωτηθέντων ταυτίζεται με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ενώ το 42% πιστεύει ότι στο μέλλον πρέπει να στραφούμε περισσότερο στην ελληνορθόδοξη παράδοση) τίθενται κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με το πώς ο εθνορομαντισμός της κρίσης, όπως τον έχει αναλύσει ο Νικόλας Σεβαστάκης, βρήκε πεδίο έκφρασης σε ένα κομμάτι της τοπικής καλλιτεχνικής παραγωγής (και υιοθετήθηκε και από εξωτερικούς παρατηρητές, όπως η documenta) με έργα που διαπραγματεύονται την ιστορία με όρους δραματοποιημένου πένθους και ισοπέδωσης των λεπτών αποχρώσεων των πρόσφατων πολιτικών γεγονότων, χάριν ενός συνθηματικού ακτιβισμού, ενθαρρύνοντας λαϊκίστικες συνδέσεις ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν και μια επιφανειακή αντι-γερμανική ή αντι-νεοφιλελεύθερη ρητορική.

Για εμάς είναι σημαντικό να κατανοήσει κανείς σε αυτόν τον ορίζοντα το ενδιαφέρον της ΠΑΤ σχετικά με την καταγραφή της ιστορίας και της κριτικής των θεσμών. Στο πλαίσιο της έκθεσης/έρευνας «Συμφωνία Χωρίς Αρχές Προς μια ιστορία για τη σύγχρονη ελληνική τέχνη∙ από το θεσμικό, στο αντιθεσμικό και το εξωθεσμικό» στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (ΙΣΕΤ) επικεντρωθήκαμε σε αυτό το θέμα, διερευνώντας τις προσπάθειες θέσμισης της σύγχρονης τέχνης από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά. Στην έρευνα γίνεται φανερός ο ελλειμματικός τρόπος με τον οποίο έχει γραφτεί η ιστορία της πρόσφατης ελληνικής τέχνης. Το ότι οι καλλιτέχνες παρουσιάζονταν με όρους γενιάς ή καλλιτεχνικού μέσου είχε ως αποτέλεσμα μια φορμαλιστική ανάγνωση του έργου τους που δεν αναδείκνυε προσπάθειες διαφορετικού λόγου και τρόπων παραγωγής (διεκδικήσεις του αστικού χώρου, σχεσιακές πρακτικές, ζητήματα σχετικά με την κοινωνική και την έμφυλη ταυτότητα) να οργανωθούν στην παραγωγή σχετικού εγχώριου λόγου. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η επιμελητική πρακτική των αρχών της δεκαετίας του 2000 χαρακτηριζόταν από μια δειγματοληπτική παρουσίαση της παραγωγής έναντι μιας θεσηληψίας (positioning) που να σχετίζεται με τη θεωρητική κατεύθυνση και την πολιτική στόχευση με συγκεκριμένες διεκδικήσεις, συντέλεσαν στο να μην έχει δημιουργηθεί ένα στιβαρό υπόβαθρο ως προς την παραγωγή θεωρίας, τους μηχανισμούς παραγωγής και την πλαισίωσή του.

Η ΠΑΤ μιλάει για τη σημασία μιας ιστορίας που γράφεται διεκδικούμενη, που θα διαταράσσει την κοινότοπη ταύτιση με το ένδοξο παρελθόν ή με πατριαρχικές κατανοήσεις σχετικά με την καλλιτεχνική παραγωγή. Έρευνες όπως η συγκεκριμένη επιχειρεί να φωτίσει κάποιες όψεις της διαμόρφωσης του πεδίου, οι οποίες συνδέονται με τα ερευνητικά πεδία και την πρακτική των μελετητών, όψεις που δεν έχουν καταγραφεί συστηματικά και οι οποίες παρέμεναν αρκετά περιθωριακές σε σχέση με μια κυρίαρχη αναπαραστατική, ελληνική, εστιασμένη στο μέσο προσέγγιση. Εάν ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να αποτελεί μια εκκίνηση ώστε να υπάρξουν αντίστοιχες πρωτοβουλίες και νέες απόπειρες να γραφτούν κεφάλαια της ιστορίας της τοπικής σκηνής συγκροτώντας μαζί με τους νέους, στοχευμένους επιμελητικούς και καλλιτεχνικούς λόγους εστίες ουσιαστικού προβληματισμού και συγκρούσεων, προκαλώντας μικρές έστω μετατοπίσεις στο θολό τοπίο της μεγάλης, εθνικής πολιτικής, αυτός είναι ένας πιθανός τρόπος ώστε το τοπικό πεδίο της τέχνης να γίνει ο τόπος νέων πιο ριζοσπαστικών σχηματισμών.

Advertisements

About isidorou

everyday life, daydreaming, critique,fragments and theories, impossibilities, practices,false strategies, city slang
%d bloggers like this: