Εύα Στεφανή, Τα μαλλιά του Φιν

(Πόλις, 2014)

Στο εξώφυλλο: έργο του Ζάφου Ξαγοράρη. Απεικονίζεται γυναίκα –σαν άλλου αιώνα– κοιμώμενη ή νεκρή, και αιωρούμενη πάνω από ένα έδαφος που θα μπορούσε να είναι θάλασσα, πλάι σε ένα (για έναν;) στρωμένο τραπέζι με κανάτα, μπουκάλια, κύπελλο, μαχαιροπίρουνο. Πιθανές απορίες: Τι έπαθε; Τι κόπηκε εδώ; Τι προσφέρεται, ποιος έφαγε, ποιος τρώγεται;

Βιογραφικό: Η Εύα Στεφανή (1964) είναι σκηνοθέτις, με σπουδές πολιτικών επιστημών και κινηματογράφου. Διδάσκει Ιστορία του Κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ειδικεύτηκε στο ντοκιμαντέρ (βασικότατο για τη λογοτεχνική της ματιά: «Επισκέψεις στο σπίτι του Ε. Χ. Γονατά», 1998, κ.ά.).

Τα μαλλιά του Φιν είναι το πρώτο της λογοτεχνικό βιβλίο. Αποτελείται από 28 κείμενα (8+2 = 10, 1+0 = 1). Ενδεικτικοί τίτλοι: «Βυθός» / «Εργόχειρο» / «Χαρτοκοπτική» / «Οικογένεια» / «Λίμνη» / «Αδέρφια» / «Το μπάνιο» / «Κακοκαιρία» / «Χιόνι» / «Πλοίο» / «Η μούγγα» / «Σπίτι».

Η υδάτινα ασταθής ρευστότητα –το μόνο στοιχείο από το οποίο μπορεί κανείς εδώ να πιαστεί– κυριαρχεί πανηγυρικά, όπως δείχνουν και τα ακόλουθα παραδείγματα σπαραγμένων φράσεων και λέξεων: «Έχω ένα βάρος στην κοιλιά. Ζητώ να με εγχειρίσουν» / «γλιστράνε» / «Θεραπεύτηκα; Μπα» / «τεράστιο ζαχαρί κύμα» / «λίμνη με ψάρια» / «θαλασσί τρίχες» / «στην κοιλιά μου που γλίστραγε από τον ιδρώτα» / «μουλιασμένοι κάτσαμε» / «χλωμούς κωπηλάτες» / «ένα βατραχοπέδιλο και μια μάσκα» / «βουτιά» / «κροκοδειλάκια» / «Θα βρέξει» / «σωσίβιο» / «τσιχλόφουσκες που έχουν μαλακώσει από τον ήλιο» / «το ζεστό υγρό βρέχει τα πόδια μου και κυλάει στο πάτωμα» / «γιγάντια κηλίδα» / «Βουτάω στη θάλασσα και φτάνω στον πάτο» / «Τιτανικός» / «Το σπίτι γλιστράει από την πλάτη της στη θάλασσα» / «κολυμπάει σε άδεια δωμάτια» / «κάνει τούμπες στο νερό» / «Στο βυθό».

Πρόκειται για βιβλίο αμφίβιο και αταξινόμητο. Επιπλέον, εκδίδεται στη σειρά πεζογραφίας των εκδόσεων Πόλις, αν και από πολλές απόψεις στέκει εγγύτερα στην ποίηση. Η μικρότερη ιστορία απλώνεται σε τρεις στενές σειρές, η μεγαλύτερη σε δύο στενές σελίδες, και συνηθέστερα σε μόλις μισή σελίδα κειμένου. Ενδεικτική είναι η εξής (καταληκτική) ιστορία του βιβλίου:

Λίλιμπετ:

Η Λίλιμπετ είναι τυφλή. Ζει σε ένα πλωτό ξενοδοχείο. Κολυμπάει σε άδεια δωμάτια. Κάνει τούμπες στο νερό. Στο βυθό ψάχνει νεαρές γυναίκες που της μοιάζουν. Η Λίλιμπετ έχει ένα στεγνό δωμάτιο που είναι το Ημερολόγιο. Φωτογραφίζει το δωμάτιο και κολλάει τις φωτογραφίες στον τοίχο.

Φωτογραφίες που υπό μία έννοια δεν είναι παρά οι ιστορίες του βιβλίου της. Όπου, όμως, συμβαίνει τι; Δοκιμάζω απαντήσεις: Στα Μαλλιά του Φιν παρακολουθούμε ένα είδος αναδρομής σε μια παιδική-εφηβική ηλικία μέσα από διαρκείς μεταμορφώσεις στο πεδίο του ανοίκεια οικείου, όπου το σώμα δοκιμάζεται ως πεδίο μεταλλαγών (στερεό-υγρό, πηχτό-αραιό, βαρύ-ελαφρύ, πτήση-πτώση, αιώρηση-καταβύθιση, φυσικό-τεχνητό). Το βιβλίο κατέχεται από την ανάγκη αυτοδιαχείρισης του (γυναικείου) σώματος και λόγου. Επικρατεί ένας συνεχής ενεστώς χρόνος. Όλα εκτυλίσσονται σαν τώρα, με διαύγεια, παιγνιώδη ακρίβεια, λακωνική εκφραστικότητα. Αφηγηματικά, ένα ήπιο πρώτο πρόσωπο βλασταίνει σαν φύκι γύρω από τα υποφωτισμένα πρόσωπα μιας οικογένειας σχεδόν μυθικών διαστάσεων. Ούτε φως ούτε σκοτάδι. Η γλώσσα δεν παθαίνει, το υποκείμενο της γραφής μοιάζει έτοιμο να απουσιάσει. Έτσι, οι εικόνες και οι συνδέσεις γίνονται σχεδόν με την απουσία (έκτυπου) ύφους. Το (έσω) μάτι και η φυσική όραση μετατρέπονται σε λέξεις-γλώσσα, δίχως λεξιπλασίες και συντακτικούς λαβυρίνθους. Ενδιαμέσως, προβάλλει η αμιγής ομορφιά μιας πάντα παράδοξης (δηλαδή μη συμμορφωμένης με το οικείο ούτε με το κοινωνικά ευπρεπές) εικονοποιίας. Η ομορφιά εδώ είναι άγριας καταγωγής μα καταλαγιασμένη, όχι εξημμένη, όχι γκροτέσκα. Η διαγλωσσική πολυσημία του Φιν του τίτλου (Τέλος; Πτερύγιο; Στάχυ; Χάκλμπερι; Φίνεγκαν;) μοιάζει με πηχτό πηγάδι σύγκλισης όλων των πιθανοτήτων: αμνιακό υγρό όπου κάτι γεννάται και μαζί πνίγεται. Στο βιβλίο της Στεφανή, όλο λύνεται και δένεται ο μίτος του φόβου θανάτου μέσα από ένα αμφίδρομο και δίχως ηλικία βλέμμα, όπου ο ανήλικος εαυτός επαγρυπνά πάνω από τον ενήλικο, και το αντίστροφο. Από τούτο τον μετεωρισμό προκύπτει το τρεμούλιασμα του άχρονου, όπως λίγο πολύ και στο πολύ πιο περίπλοκο πεζογράφημα της Καραπάνου Η Κασσάνδρα και ο Λύκος. Έτσι, μέσα από μια ώριμη άσκηση στον μετασουρεαλισμό, το άγχος μετατρέπεται κατακερματισμένο σε παραμυθία, σε σύγχρονα ιαματικά παραμύθια, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται αβίαστα και η –σύμφυτη με τον 20ό αιώνα– διαταραγμένη σχέση μεταξύ γλώσσας και πραγματικότητας.

Ακόμη παραπέρα, θαρρώ πως με το βιβλίο της η Εύα Στεφανή αναζητά τον απροσδόκητο εαυτό, όπως άλλωστε πολλοί συγγραφείς του μικρού ποιητικού πεζού. Κυρίως μάλιστα τον μετατραυματικό εαυτό: εκείνον που κοιτά αναθεωρητικά τα συστατικά του ύστερα από μια οριακή, καταλυτική εμπειρία. Οι ανιχνευόμενες συγγένειες (Γονατάς, Michaux, Leonora Carrington, Ταρκόφσκι, διηθημένοι μέσω της performance και της video art) ενισχύουν την αίσθηση πως στα Μαλλιά του Φιν ανιχνεύονται εκδοχές μιας (γυναικείας) σωματικής και ψυχικής ταυτότητας που αναπτύσσεται μέσα σε ένα οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον αδιόρατα νοσηρής και αμετακίνητης σταθερότητας. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η θηλυκή ταυτότητα εγκαθιδρύει ένα εναλλακτικό πεδίο σταθερότητας, αμφίβολης και ρευστής, που βασίζεται όχι στον θεσμικό λόγο, αλλά στην επαπειλούμενη προσωπική σωματική και αισθητηριακή της ιστορία. Μόνο τυχαίο λοιπόν δεν είναι πως το videoart έργο «Εθνικός Ύμνος» –που τόσο τάραξε το 2007 τα εγχώρια καλλιτεχνικά ύδατα και κατασχέθηκε από την αστυνομία στην Art Athina– δημιουργήθηκε από την Εύα Στεφανή. Στο έργο εκείνο, ένα αιδοίο και ένα χέρι πλησιάζονταν υπό την υπόκρουση της στρατιωτικής εκδοχής του εθνικού ύμνου

Β.Α

Advertisements

About isidorou

everyday life, daydreaming, critique,fragments and theories, impossibilities, practices,false strategies, city slang
%d bloggers like this: