Κωνσταντίνος Ματσούκας, Έξι μήνες πανσέληνος

ΤΩΡΑ

Ζω με το Άσπρο Κουνέλι που τον απήγαγα από τη μαμά του. Είναι αλμπίνο, όπως κι εγώ. Τις πολύ κρύες ημέρες τον φοράω γύρω από τον λαιμό μου σαν κασκόλ. Ορίστε, συστήθηκα.

Ψάρι, πουλί και θάμνος, αγόρι και κορίτσι. Μια πλούσια γκαρνταρόμπα από σώματα. Θύμα απαγωγής από προσωπεία. Δεν έχεις ιδέα από πόσο μακριά έχω έρθει για να φτάσω σε αυτήν τη ζωή. Πόσο ατίμητη έχει αποδειχτεί τελικά αυτή εδώ η στιγμή. Επομένως, όχι, δεν τα παρατάω και δεν χαρίζομαι. Το παρόν είναι το χρυσό μου νόμισμα. Έχεις μήπως κάτι να αγοράσω;

Μη μου το περιγράφεις, δείξ’ το μου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η σελήνη έχει αναρτήσει ένα σέλφι με το καινούργιο τατουάζ της.

Από κάτω, «Η ομορφιά ενός οράματος μπορεί να σε συνθλίψει».

Το εξάμηνο όνειρο ετοιμάζεται για αναχώρηση. Αιωρείται πίσω από μια ομίχλη-αμνησία που πυκνώνει. Οι στρατιές του ξηλώνουν απ’ την όχθη τα σημάδια της παρουσίας τους. Ετοιμάζονται να προσχωρήσουν στην ανυπαρξία, σα να μην υπήρξαν ποτέ.

Δεν θ’ αφήσω κάτι τέτοιο να συμβεί.

Δεν θα αρνηθώ στον εαυτό μου αυτόν τον χορό και δεν με νοιάζει τι θα πουν.

Εκείνο το βάσανο, θα τo εξαργυρώσω με χρυσάφι.

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΓΝΩΣΗ συνέχεια

Στον επόμενο πυρετό, τσιμουδιά για τα οράματα. (Μαύρη, λαμπερή αράχνη ψηλά στο ταβάνι, μέσα στη λάμπα, μ’ ένα σχέδιο στην κοιλιά της σαν άσπρη σπείρα. Όφειλα άραγε να το αποστηθίσω; Κράτησα το μαντάλα της αράχνης στο μυαλό μου για χρόνια, ώσπου, απίστευτα, διάβασα την περιγραφή του από τον Καρλ Γιουνγκ. Τότε πια οι νοερές εικόνες που είχα συσσωρεύσει αρκούσαν για να εικονογραφηθεί ένα Έπος του Γκιλγκαμές.)

Κατέγραφα λοιπόν τους οιωνούς χωρίς να τραβάω την προσοχή πάνω τους: έστηνα αυτί στα κοράκια που ακροβολίζονταν στα σύρματα, διάβαζα για τα μελλούμενα στα κούτσουρα στο τζάκι. Έγινα το αγόρι που ποτέ δεν φώναζε «Λύκος!». Μα βέβαια, σε όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας οι λύκοι δεν σταμάτησαν να έρχονται. Για να μου βάλουν αινίγματα, ν’ ανταλλάξουν μυστικά, να τεστάρουν τις αντιδράσεις μου σε αλλόκοτες ειδήσεις. Πού και πού μαζί τους έφερναν πρόσφατους νεκρούς – τη θεία Βενέτα και τον θείο Θόδωρο. (Τα παιδιά να τα πιστεύετε όταν σας λένε πως βλέπουν τους νεκρούς.) Εγώ πάντα ρωτούσα αν μπορούσα να πάω εκεί που ήταν, να τους επισκεφτώ στην άλλη ζωή. Σε αυτό το σημείο συνήθως γίνεται μια παύση. Μετά, με χαμόγελο, «Ψάξε να μας βρεις στα όνειρά σου».

Το έκανα αφήνοντας όσο μπορούσα την πόρτα ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο μισάνοικτη.

Ένα βράδυ με ψιλόβροχο ο άνεμος πηγαινόφερνε μια άδεια πλαστική σακούλα ανάμεσα σε δυο κτίρια. Πρωτεϊκό σχήμα από μαύρο πλαστικό που επάνω του λαμπύριζαν σταγόνες βροχής, σαν διάτρητο από εκατοντάδες μικροσκοπικά φώτα που αναβόσβηναν καθώς αυτό περιδινιζόταν.

Αιχμαλώτιζε την προσοχή και την καθήλωνε, αυτή η πλήρης παρουσία η άδεια από περιεχόμενο και πρόθεση. Ήταν ένα σύμπαν σε τράνζιτο, ένα «νοούμενο», μια επίσκεψη από κάτι ασύλληπτο. Έτσι όπως κυνηγούσε την ουρά του, για μεγάλα διαστήματα δεν μπορούσες καν να καταλάβεις αν υψωνόταν ή αν έπεφτε. Ο θείος Θόδωρος είχε έρθει και στεκόταν πίσω από τον αριστερό μου ώμο και παρακολουθούσε κι εκείνος. Είχα διαβάσει τον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, ήξερα πως δεν έπρεπε να στραφώ να τον κοιτάξω, κι έτσι απλά έγειρα λίγο πιο κοντά του.

Παρένθεση: Κανένα συναίσθημα δεν απεικονίζεται στα χείλη ή στα φρύδια, ούτε λύπη, ούτε χαρά. Μόνο τα μάτια υπαινίσσονται μια γνώση που όμως είναι αδύνατον να φανερωθεί, μιας και ο επιφανής νεκρός ζει πλέον στην επόμενη διάσταση. Αυτό είναι το πρόσωπο με το οποίο διασχίζει τώρα την αιωνιότητα στην άλλη, τη μεταθανάτιο ζωή. Κλείνει η παρένθεση.

Συμπέρασμα: Τα πιο σημαντικά πράγματα μπορεί να μην μπορείς να τ’ αποδείξεις.

ΓΡΥΦΩΝΑΣ ΜΕ ΛΟΥΡΙ

Πρόσεχέ την εκείνη την παράδοξη και γοητευτική αίσθηση από το πουθενά, ότι τους ξέρεις όλους όσους συναντάς στον δρόμο. Τον Ινδό πάτερ φαμίλια, τα γυμνασιοκόριτσα που περπατούν με τα μπράτσα μπλεγμένα, την άστεγη γυναίκα με τα ζυγωματικά τ’ ακονισμένα σαν ξυράφι. Δεν θυμάσαι πού και πότε έχετε συναντηθεί, κάτω από ποιες συνθήκες… Αλλά η οικειότητα που αποπνέουν τα πρόσωπα δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας· γνωρίζεστε και μάλιστα στενά. Με όλους; Μα ναι, με όλους και με τον καθένα.

Ούτε και να φοβάσαι. Δεν πρόκειται για είσοδο στην ωκεάνια διάσταση, το άνοιγμα ψυχωτικού επεισοδίου, όπως θ’ ανησυχούσε ο ψυχίατρός σου, δεν είναι η απώλεια των ορίων του εαυτού, όχι, τίποτα τέτοιο.

Ένα σημάδι είναι – θυμήσου το! Μια επίσκεψη, μια επιφοίτηση.

Ο Θεωμένος σου Εαυτός κάνει μια μικρή στάση για να περιεργαστεί λίγο το ανθρώπινο τοπίο. Τον νιώθεις να κοιτάει μέσα από τα μάτια σου, σαν μέσα από παράθυρα, γεμάτος περιέργεια και θέρμη. Η κάθε ατομικότητα η περιτυλιγμένη από δέρμα Τον ιντριγκάρει και Τον ψυχαγωγεί. Όντας ζωτικά συνδεδεμένος με κάθε τι έμβιο, κατανοεί πως ο διαχωρισμός είναι φαινόμενο της επιφάνειας. Αυτό που εσύ βιώνεις ως ανα-γνώριση κάθε άγνωστου στον δρόμο δεν είναι παρά η υπερεκχείλιση της παρουσίας Του.

Αντιστάσου, επομένως, στην παρόρμηση να απευθύνεις γλυκά λόγια και χάδια σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Μάλλον θα πρέπει και σ’ Εκείνον να σφίξεις τα λουριά, εν ανάγκη να Του συμπεριφερθείς σαν σε άτακτο κουτάβι. Ο οικοδεσπότης είσ’ εσύ, Εκείνος απλά φρεσκάρει τη μνήμη του για το πώς είναι να ’σαι ενσώματος.

Για σένα διακυβεύονται πολύ περισσότερα. Αυτός απλώς παίζει.

Η ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

κλικ–

Προσπαθώ να σχηματοποιήσω μια λέξη σε μια ανύπαρκτη γλώσσα, να την εντοπίσω και να τη σμιλέψω, πώς να μοιάζει άραγε. Ξέρω ότι θέλει πολλές απόπειρες και μπορεί να μην πετύχει, αλλά με κάνει ευτυχή το να προσπαθώ.

Πειραματίζομαι με ένα πινέλο κινώντας το στον αέρα με διαφορετικούς τρόπους. Αν το σχήμα κινηθεί μόλις το ακουμπήσω στο κενό (αν κυματίσει, αν συρθεί), ξέρω πως βρίσκομαι στη σωστή κατεύθυνση. Τα χρώματα μέχρι τώρα είναι ένα πράσινο της αγκινάρας κι ένα μαύρο περίγραμμα.

Όσο όμως κι αν προσπαθώ να κάνω επαφή, μόλις που καταφέρνω να διακρίνω τη σαυρίσια ουρά μιας πρόθεσης. Κάτι υπήρξε εκεί, κάτι πήρε το μάτι μου. Πέραν αυτού, τίποτα. Μήπως να αναδιασκευάσω τη μέθοδό μου;

Αμέσως μετά βλέπω ότι είμαι στα τέσσερα και κατασκευάζω μαντάλα που πιάνουν όλο το δωμάτιο. Δεν χρησιμοποιώ μπογιές ούτε χρωματιστή άμμο ούτε λουλούδια ούτε βότσαλα ούτε ημιπολύτιμες πέτρες. Τα σχηματίζω από τα πράγματά μου, cd, βιβλία, ρούχα, σωληνάρια με μπογιές, μέχρι και την οδοντόβουρτσά μου. Τα αποτελέσματα είναι πλήρως ικανοποιητικά.

Με κάθε μαντάλα που ολοκληρώνω, βάζω στην άκρη και μια στρώση του εαυτού μου. Ξεφλουδίζω την ταυτότητά μου σαν κρεμμύδι, όλο και πιο γρήγορα. Βιάζομαι να φτάσω εκεί όπου υπάρχω μόνο σαν μύθος, στο τρίτο πρόσωπο.

ΑΦΗΓΗΣΗ Ι

Όπως και άλλα διακόσια εκατομμύρια άνθρωποι, φιλοξενώ έναν ιό που για πολλά χρόνια ήταν ανενεργός. Ηπατίτιδα C. Πρόσφατα κάτι τον αφύπνισε (ένα φιλί;) και άρχισε να πολλαπλασιάζεται με μανία. Το τελευταίο ιικό φορτίο είχε δείξει δεκατέσσερα εκατομμύρια ανά κυβικό χιλιοστό αίματος. Αυτά τα ισχυριζόταν η ιατρική επιστήμη. Εγώ δεν ένιωθα παρά ελαφριά χρόνια κόπωση, όμως μια χορωδία ηπατολόγων επέμεναν ότι υπήρχε άμεση ανάγκη να ληφθούν μέτρα. Συγκεκριμένα, μια εξάμηνη συνδυαστική χημειοθεραπεία με ιντερφερόνη (ενέσιμη) και ριμπαβιρίνη (χάπια), πασίγνωστη για τις δραματικές και απρόβλεπτες παρενέργειές της.

Έκανα ελιγμούς αποφυγής για όσο περισσότερο γινόταν. Οι ιστορίες από πρώτο χέρι ανθρώπων που είχαν κάνει ιντερφερόνη ήταν επιεικώς αποθαρρυντικές. «Είναι σαν χημική γρίπη πασπαλισμένη με ελαφριά ψυχωτικά επεισόδια», είπε μια φίλη που στον ψυχισμό της αναγνώριζα κοινούς τόπους με τον δικό μου. (Η περιφρόνηση προς τα εξωτερικά γεγονότα, η αγάπη για τον κενό χώρο.) «Πόσο ελαφριά;», ρώτησα να μάθω. «Σόρι, σόρι, λάθος όρος», γέλασε εκείνη ανέμελα. «Όχι ελαφριά απαραιτήτως, αλλά σίγουρα προσωρινά. Κοίτα, θα ήταν ψέματα να σου πω ότι δεν έχει νεύρα και παράνοιες, αλλά μαθαίνεις να τα κουμαντάρεις. Φαντάσου μια πανσέληνο που κρατάει 6 μήνες».

ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΡΑΣΗ

Βράδυ στο δασάκι, ένα δέντρο με μια πιτσιλιά φεγγαρόφωτο στη ρίζα του γίνεται ένας άντρας με άσπρα αθλητικά παπούτσια που περιμένει. Ο φόβος σε κάνει να βλέπεις πράγματα ανύπαρκτα. Τα παιδιά που κοιμούνταν στη διάρκεια ενός βομβαρδισμού φοβούνται κατόπιν το μαξιλάρι τους. Σε υποβάλλει.

Το ίδιο και μια υπερδραστήρια φαντασία: ξαπλωμένος στο γρασίδι πεπεισμένος ότι αν η βαρύτητα σταματούσε να λειτουργεί θα έπεφτες μέσα στον ουρανό· έργα τέχνης στη ραγισμένη μπογιά, τις σκουριασμένες επιφάνειες, τις ρωγμές του πεζοδρομίου. Η εξόρυξη μύθων από μπρούτα γεγονότα. Χόμπι της παιδικής ηλικίας που εξελίχθηκαν σε αντανακλαστικά του ενήλικου βίου.

PETITΕ MORT I

Σε μια εμπειρία θανάτου υπάρχεις, έστω για λίγο, ως αδέσμευτη πραγματικότητα. Τεράστιο προνόμιο. Εξαιρείσαι προς στιγμήν από την επιθυμία και τον φόβο, από το να κερδίζεις και να χάνεις, από την προσδοκία και την τυχαιότητα. Αυτό δίνει στον εαυτό μιαν αίσθηση αυθεντίας που τίποτε άλλο δεν την παρέχει.

Είναι σαν το άηχο κλείσιμο ενός διακόπτη. Το μηχάνημα δεν σταματά ολωσδιόλου, το ελαφρύ βουητό του μοτέρ εξακολουθεί να ακούγεται. Ο θάνατος έρχεται σαν αυξανόμενη ελαφρότητα, σαν κάτι να ανυψώνεται και να φεύγει, μια εσωτερική ένταση που έχω μάθει να τη συσχετίζω μ’ εμένα τον ίδιο. Κι εγώ επιτρέπω σε αυτήν τη διαδικασία να συντελείται, στη βίδα του εαυτού να ξεσφίγγεται, παρά την ταυτόχρονη παρόρμηση να πανικοβληθώ. Είναι πιο ξεκούραστο το να μην ενδώσω. Μένω με το άδειασμα, αυτό το κάτι που ξεθωριάζει με αξιοπερίεργη επιμονή αλλά και ευκολία, και την ευχαρίστηση της απραξίας τού να μην παρεμβαίνεις.

Είμαι ξαπλωμένος στο πάτωμα και κάποιος έχει καλέσει ασθενοφόρο αλλά λίγο με αφορά, εμένα με απορροφά η επίγνωση ότι με κάθε δευτερόλεπτο λιγοστεύω και ότι αυτό πρόκειται να συνεχιστεί. Η διαρροή γίνεται από κάποιο σημείο στο στομάχι, σα να λύνεται ένας κόμπος εκεί, ένα απαλό και παρατεταμένο κυμάτισμα.

Η πόρτα ανοίγει, οι φωνές του παραϊατρικού προσωπικού, ένα χέρι ψαύει τη φλέβα του λαιμού. Τίποτα απ’ αυτά δεν μ’ ενδιαφέρει, είναι σαν ταινία απ’ την πλοκή της οποίας έχεις παραιτηθεί. Παρακολουθώ αποστασιοποιημένος να μου πιέζουν ρυθμικά το στήθος, να με σηκώνουν με το φορείο και να φεύγουν. Μετά το δωμάτιο είναι άδειο. Και μένει μόνο το τίποτα – κυριολεκτικά. Το τίποτα που είμαι τώρα πια και το τίποτα του δωματίου. Ό,τι και αν ήταν αυτό που συνέβη, τέλειωσε. Δεν υπάρχει κάπου αλλού να πάω. Μένω κρατημένος απ’ αυτήν τη σκέψη και με μια αόριστη προσδοκία για κάποια αίσθηση… ολοκλήρωσης; Ίσως ευγνωμοσύνης για τη ζωή που μου δόθηκε ως σκεπτόμενο ζώο σ’ αυτόν τον όμορφο πλανήτη… Όχι, τίποτα.

PETITΕ MORT II

Έχοντας πεθάνει λίγο, γνωρίζω ως εκ τούτου πώς εύχομαι ίδιο γεγονός σε κάποια μελλοντική στιγμή:

Έχοντας δραπετεύσει από τον εαυτό μου σαν αέρας από τρυπημένο λάστιχο, χασομερούσα τώρα στον προθάλαμο της Ανυπαρξίας. Πέθαινα και δεν είχα καμία απολύτως αντίρρηση σ’ αυτό. Όλα τα συστήματα απενεργοποιούνταν βαθμιαία –νευροχημικό, κυκλοφορικό, μνημονικό– και η αίσθηση ήταν ανακουφιστική. Σα να σβήνεις τα φώτα σε ένα μεγάλο και περίπλοκο σπίτι και να το βάζεις για ύπνο. Τέρμα οι βεγγέρες και τα τρεχάματα. Σςςςς. Μια άχρωμη παλίρροια μη όντος πάφλαζε στους διαδρόμους σβήνοντας ό,τι άγγιζε.

Μόνο που η όλη διαδικασία είχε διαρκέσει απίστευτα πολύ.

Κατ’ αρχήν ήταν η επίσημη επίκληση στους προγόνους για την εύνοιά τους. Εκείνοι είχαν σηκώσει το φρύδι και, βέβαια!, είχαν παραγγείλει μια ονειρική συνέντευξη. Έδωσαν με τα πολλά τις ευλογίες τους για τη μετάβαση αλλά το φρύδι τους έμεινε σηκωμένο. Μετά ήταν τα πρακτικά θέματα – η αποκαθήλωση της βιβλιοθήκης, το σβήσιμο των ηλεκτρονικών αρχείων, η ανεύρεση θετών οικογενειών για τα έργα ζωγραφικής. Το Άσπρο Κουνέλι ήθελε να έρθει μαζί, κι αναγκάστηκα να του το σκάσω κρυφά. Όλα τα πράγματα ήθελαν το καθένα τη δική του φροντίδα.

Τώρα έχω την αναμονή. Σαν να επιπλέεις σε μια λίμνη μια μέρα με ήπια συννεφιά. Είμαι όλο και πιο πολύ όχι-εγώ, το οξυγόνο γύρω μου αραιώνει, δεν υπάρχει αγωνία. Ένας-δυο φίλοι επιμένουν να με επισκέπτονται, που δεν μπόρεσα να τους πείσω να μην έρχονται. Κυρίως καθόμαστε στο γρασίδι παρακολουθώντας τις διαλέξεις του ήλιου. Όλο με παίρνει ο ύπνος και κάθε φορά ελπίζω πως θα είναι η τελευταία.

Ζζζζζζ.

ΕΒΔΟΜΑΔΑ I

Μπορεί άραγε ο βιολογικός χρόνος να συμπτυχθεί σε σχέση με το πόσα καταλαβαίνει κανείς; Είναι δυνατόν να αλλοιωθεί χημικά η χρονική προοπτική; Είναι δυνατόν να πρωταγωνιστώ στη Φαινομενολογία του Χέγκελ;

Οι σκέψεις μπορεί να καμπυλώνονται πάνω από εκατονταετίες, όμως τα πόδια είναι από πηλό. Έχοντας πέσει με αλεξίπτωτο μέσα σ’ ένα ογδοντάχρονο σώμα, διδάσκομαι σεβασμό γι’ αυτούς που μου κλείνουν τον δρόμο, που κάνουν δέκα ώρες να επιβιβαστούν, που τελούν σε σύγχυση.

Μια δεξαμενή από αναμνήσεις και φαντασιώσεις έχει γείρει στο πλάι και απειλεί να κατακλύσει με το περιεχόμενό της την ημέρα. Σχεδόν δεν αναγνωρίζω την τροφή, το τι είναι βρώσιμο. Η πρόσφατη μνήμη εξαερώνεται μόλις κάνει επαφή με την ατμόσφαιρα. Μετράω τα χάπια εμμονιακά, φοβούμενος μην πάρω λιγότερα ή πιο πολλά.

Τους έχω βγάλει όνομα, τους μιλάω. «Βοηθήστε με, Barvies μου», λέω, «πονέστε με, αφού χρειάζεται, αλλά βοηθήστε με».

ANGELTALK I

«Τα ζώα δεν είναι κινούμενα έπιπλα. Το καθένα έχει ένα εσύ». Έτσι το θέτει η Ν., άστεγη που έχει βρει κατάλυμα σε μια εσοχή στον τοίχο, δύο τετράγωνα πιο πάνω. Επίσης ψυχωτική και από τους πιο ευδιάθετους ανθρώπους στη γειτονιά. Ο γκρίζος γάτος λατρεύει τα περιστέρια, είναι τα ζωντανά του παιχνίδια. Η κυρά του τα ταΐζει ψίχουλα για να τα φέρει κοντά. Γελάει σατανικά, ρίχνοντας πίσω το κεφάλι χωρίς να φοβάται να αποκαλύψει το μοναδικό της δόντι. Είναι να τη θαυμάζεις. Μαμά του γκρίζου γάτου αλλά και παιδί του.

Έτσι λέει.

«Τις μέρες αυτές απόφευγε το κοντομάνικο, έχει πέσει πολλή χημεία», με συμβούλευε χτες.

«Αν δεν με πιστεύεις, έχε το νου σου να δεις τι θα πεταχτεί από μωρουδιακά, πόσα παιδάκια θα πεθάνουν. Και προς τι όλο αυτό, για να καταλήξουν πού; Το πείραμα μονίμως αβέβαιο. Νιώθω όλες τις πιθανότητες να σιγοκαίνε στο κούτελό μου, σα θράκα. Ακούμπα να δεις. Ε; Μια ζωή με πυρετό, από μικρή. Mε την παραμικρή ασχήμια αρρώσταινα. Δεν μπορούσα να μιλήσω σε άνθρωπο, αν δεν ήταν έστω λίγο όμορφος. Μια κυρία με κρεατοελιά που είχε έρθει σπίτι, έκανα εμετό. Αλήθεια! Εσύ όμως μ’ αρέσεις. Κι ούτε δείχνεις πενήντα που λες. Με τίποτα, όμως. Εμένα μου φαίνεσαι σα μικρούλης, δώδεκα, άντε δεκαπέντε, που φοράει λάθος νούμερο δέρμα».

ΑΫΠΝΙΑ

Ο γάτος δεν κοιμάται πλέον στην κρεβατοκάμαρα. (Και, πες, σε τσούζει να παραδεχτείς ότι το Άσπρο Κουνέλι ήταν εκείνο που σε παράτησε πρώτο, απηυδισμένο από τα νεύρα κι από την όλη συμπεριφορά σου;) Το θέμα είναι πως επί ματαίω δεν κοιμάται πλέον ο γάτος στην κρεβατοκάμαρα. Ο χώρος της πολυτελούς αυτοεγκατάλειψης, γάτου τε και ανθρώπου, όπου συντελούνταν πλουσιοπάροχα και διδακτικά ονειρικά σεμινάρια σε εναλλακτικές διαστάσεις, είναι προσωρινά εκτός λειτουργίας.

Φαντάσου να φοράς τον ύπνο το μέσα έξω. Τη δουλειά την κάνει αλλά φαντάζει παράδοξος, δεν είναι το σωστό νούμερο, δεν φτάνει μέχρι εκεί που θα ’πρεπε. Έχει μαζέψει; Ή εσύ δεν φτάνεις αρκετά μακριά, κι έχεις κολλήσει σε κάποιο χαμηλόβαθμο σκαλί όπου μασουλάς αραιά, άγουρα όνειρα;

Δεν διαθέτεις επαρκή πυκνότητα για να βυθιστείς, να ποιο είναι το πρόβλημα. Είσαι κατακερματισμένος και σκόρπιος σαν υδράργυρος από σπασμένο θερμόμετρο. Μάταια ψαχουλεύεις γύρω γύρω για κάποιο συμπαγές ψήγμα φαντασίας, να το χρησιμοποιήσεις σαν εισιτήριο για να σε περάσει απέναντι. Με το που αρχίζεις να τυλίγεσαι γύρω από μια εντύπωση της μέρας που πέρασε ή κάποια νόστιμη ονειροφαντασία, γίνεται προφανές: δεν υπάρχει επάρκεια αυτού. Η ψυχική σου μάζα απλά δεν καλύπτει τις βασικές προϋποθέσεις. Η αϋπνία είναι, ακριβώς, ένα είδος αραίωσης.

Κάποια από τις πάμπολλες φορές που σηκώνεσαι βρίσκεις τη λύση. Κάτι κρεμώδες και γλυκό, δροσερό σαν την αγάπη, ένα απτό μήνυμα ευχαρίστησης και καθησυχασμού. Γιαούρτι με μέλι! Μετά γυρνάς στο κρεβάτι ανακουφισμένος από την ανακάλυψη αυτής της καινούργιας σπλαχνικής τελετουργίας.

Δοκιμάζεις πάλι. Και πάλι. Εκεί που είσαι έτοιμος να αφεθείς, κάποιο αόρατο εμπόδιο σε στέλνει πίσω σ’ αυτήν την αδιανόητα στενή και αφιλόξενη ζώνη όπου (ισχυρίζεσαι ότι) κοιμάσαι διά της εις άτοπον απαγωγής. Κι όπου στριφογυρνάς όλο το βράδυ χωρίς τον γάτο κι αναστενάζεις και καταριέσαι τα μαξιλάρια.

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ II

Σαν υπερεπεξεργασμένη ακουαρέλα, ο ουρανός απόψε ένα χρεοκοπημένο κόκκινο, στις 3 το πρωί. Η Πανσέληνος γυροφέρνει το παράθυρό μου, ένα αδιάλλακτο προαίσθημα που θέλει να μπει μέσα. Η Κασσάνδρα σε κρεσέντο. Αρνούμαι την πρόσκληση, τραβάω τις κουρτίνες, σφαλίζω τα βλέφαρα. Δεν είμαι διαθέσιμος. Έχω άλλα κατά νου. Απόψε θα κοιμηθώ πάση θυσία.

Τεντώνομαι νοερά, κυλάω στο πλάι και, προς μεγάλη μου έκπληξη, βρίσκομαι σχεδόν αμέσως να κολυμπάω με γενναίες απλωτές στα βαθιά του ύπνου.

Μόνο που το φεγγάρι με έχει πάρει από πίσω.

κλικ–

Ξέφωτο σε δάσος που είναι στην πραγματικότητα υπαίθρια εκκλησία. Και σκηνή θεάτρου επίσης. Τα φώτα ανάβουν πολύ πολύ αργά και δεν χρειάζεται να κοιτάξω πίσω από τον ώμο μου για να καταλάβω ότι η Πανσέληνος που ανατέλλει. Γνωρίζω πως το έργο (ή η λειτουργία) θα φτάσει στην κορύφωσή του πολύ ξαφνικά και πρέπει να είμαι σε επιφυλακή για να μην το χάσω. Οι σκιές των δέντρων επιμηκύνονται αδιόρατα μπροστά μου, ακολουθώντας υποτίθεται κάποιου τύπου μινιμαλιστική χορογραφία. Είμαι εκστασιασμένος που κοιμάμαι και που ζω αυτό το όνειρο ως απόδειξη.

Βαθμιαία αρχίζω να αναρωτιέμαι αν μπορώ να κάνω τις σκιές fast forward, για να βρω ποιος έχει φτιάξει αυτό το έργο. Ύστερα από σύντομη έρευνα στο διαδίκτυο εντοπίζω μια παράξενη ηλεκτρονική διεύθυνση (e@e.com). Καθώς συνθέτω ένα μήνυμα προς τον μυστηριώδη καλλιτέχνη, μπορώ να δω τον αριθμό των μηνυμάτων που έλαβε στο παρελθόν. Με σοκάρει το γεγονός ότι σε όλη την καταγεγραμμένη ιστορία μόνο δέκα άνθρωποι έχουν επικοινωνήσει μαζί του. Μετά γίνεται σαφές το γιατί – ο καλλιτέχνης ήταν ο Μπέκετ και αυτό το θεατρικό το είχε γράψει επάνω σε μια χαρτοπετσέτα.

TERRA NULLIUS[*]

Στην πληροφορική το μικρό ωμέγα [ω] σημειοδοτεί το μηδενικό περιεχόμενο, την εντοπισμένη κενότητα. Η ανυπαρξία με την οποία αναγκαστικά εξοικειώνομαι είναι άλλου τύπου… Δεν οφείλεται στην απουσία περιεχομένου αλλά στο ότι τίποτα δεν είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του για πολύ.

Τα συναισθήματα υποχωρούν σε μία απροσδιόριστη, προ-λεκτική φάση. Η διέγερση καταγράφεται μόνο με το βασικό της πρόσημο, χωρίς άλλο χαρακτηρισμό. Νιώθεις το νευρολογικό της αποτύπωμα σαν ανατρίχιασμα, σαν τη δόνηση μιας χορδής, όμως πρόκειται άρα για ενθουσιασμό ή για συναγερμό; Την πλοήγηση του συστήματος την έχει στα χέρια του το ghost in the machine.

Καθώς αγγίζεις τη βρύση, ηλεκτρικές εκκενώσεις διατρέχουν τα δάχτυλα και πέντε λεπτά αργότερα ο γλόμπος του όρθιου λαμπατέρ εκρήγνυται προς κάθε κατεύθυνση. (Μα ΤΙ έχουν μέσα αυτά τα χάπια;) Κατοπτεύεις τον κόσμο από ένα σημείο ελαφρώς πιο πίσω από τον υλικό χώρο που καταλαμβάνεις. Η όραση είναι αιχμηρή και ενισχυμένη σε ακρίβεια αλλά τα κουράγια ανύπαρκτα. Το ότι αναπνέεις είναι παραγωγή έργου, είναι μόχθος. Στη μέση μιας συζήτησης σε κυριεύει ένα ολοκληρωτικό κενό. Είναι δυνατόν να συνεχίζει κανείς να κινείται λόγω εξουθένωσης, να μην ξέρεις πώς να σταματήσεις; Πώς να σταματήσεις τι; Να είσαι μάρτυρας του εαυτού σου; Ναι, αυτό είναι αδύνατον να το σταματήσεις.

[*] Γη της οποίας η κυριότητα δεν έχει διεκδικηθεί, η γη-του-κανενός.

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΑΜΑΧΩΝ

1. Πιστεύεις με όλη σου την καρδιά πως δεν είσαι πλασμένος για τούτο τον κόσμο, ότι η κατανόησή σου δεν είναι ποτέ μονομερής, ότι τις προθέσεις σου τις διακρίνει η ακεραιότητα. Και αλήθεια να είναι, στην ουσία πρόκειται για πόθο προς εκπλήρωση. Κάτι που αρμόζει μάλλον στην εικόνα που έχει για τον εαυτό του ένα παιδί.

2. Λες στον εαυτό σου δεν υπέφερα ιδιαίτερα, όλα οκ. Δεν είχες καταλάβει τι φορτίο συσσώρευσες, πόσο είχες μουδιάσει για να προστατευτείς. Ούτε που υποψιαζόσουν πως εικόνες από τη μέρα είχαν χωθεί κάτω από το δέρμα σου, τα νύχια, ότι ο κόσμος σε κράταγε απ’ τα μαλλιά… Ιδέα δεν είχες πως η σκαιή κριτική προς τους άλλους ή, αλλιώς, ο οίκτος σε πολιορκούσαν κάθε στιγμή. Μέχρι την ώρα του καυτού, βραδινού ντους, πριν από τον ύπνο. Τότε η χορωδία αναστεναγμών που εκλύει κάθε τετραγωνικό εκατοστό δέρματος λέει την πραγματική ιστορία της μέρας που πέρασε.

Κάθε δόλιο τέχνασμα παρασύρεται από τον καυτό πίδακα, βάφοντας γκρίζο το νερό γύρω από τα πόδια σου. Στρώματα απάτης ξεκολλάνε από πάνω σου και πέφτουν μαλακά. Οι μελετημένες κινήσεις για να δείξεις ότι ανήκεις, το βλέμμα εκσφενδονισμένο αλλού για να μην παραδεχτείς σε τι υπήρξες μάρτυρας. Οι καίριες παραλείψεις: η σιωπή στο σχόλιο του ταξιτζή για τους ξένους που πολλαπλασιάζονται σαν ποντίκια. Ο φόβος: η ογδοντάχρονη γειτόνισσα στον κήπο της στην οποία δεν έβλεπες παρά ένα τοτέμ θανάτου…

Βγαίνεις και αγκαλιάζεις την πετσέτα σαν σωσίβιο, ταπεινωμένος από τα τόσα ψέματα αλλά και ανακουφισμένος. Ποθείς κατανόηση και συγχώρεση, ποθείς να είναι το αύριο αλλιώς.

Θα είναι όμως;

ΟΙ ΑΛΛΟΙ I

Υπάρχουν σχολεία όπου οι μαθητές διδάσκονται γεωμετρία κατασκευάζοντας κανό.

Πότε συνδέεσαι με την ιδέα ενός πράγματος και όχι με το ίδιο το πράγμα; Με το άγαλμα μάλλον παρά με το πρόσωπο, με το γραπτό και όχι την εμπειρία; Αγαπώ τη συγγραφή ή την ιδέα του εαυτού μου ως συγγραφέα;

Και, επίσης, είναι αυτό μια –μικρή ή μεγάλη– αδυναμία σύνδεσης;

Αργότερα, στο τρόλεϊ, ένα ψήγμα διαύγειας προσγειώνεται στην αγκαλιά μου, τέλεια επεξεργασμένο, αυτονόητο. Αν αδειάσεις κάθε αγάπη από το συγκεκριμένο της περιεχόμενο, από τα πρόσωπα και τα ονόματα, η λαχτάρα παραμένει. Τα ίδια τα πράγματα δεν είναι παρά υπενθυμίσεις. Νοσταλγία λέγεται ο πόνος από μια πανάρχαια πληγή.

Δεν έχει αντικείμενο.

ANGELTALK I

Always, always, my family look at me and don’t talk and nothing. I’m thinking “what? What?”. My body make panic. Am I monster, am I crazy? I say inside me slowly, slowly but no. What is going on? I always have a why in my mind. Is all the life, you know. But I take a present from my god. I believe. I start to live inside myself and find the love. I am 45 and I love myself for one month only. Whatever happen to me, I don’t use the drugs. Every night I say thank you because I’m freedom. I feel safe if I talk. Always, in my life, there is a taxi driver to talk and save my life.

TOMORROW NEVER HAPPENS

Το μέλλον ανοίγει μπροστά μας σαν χαραμάδα, λέει ο Χρήστος Βακαλόπουλος, του οποίου το μέλλον άνοιξε κι έκλεισε σαν φωτογραφικό διάφραγμα, απαθανατίζοντας τον με λαμπερό μέτωπο και σταγόνες θάλασσας στα μαλλιά. Όχι, το μέλλον είναι μια ανεμόσκαλα που αιωρείται στο κενό δίπλα από το κεφάλι σου, ένα πράγμα αδιαμόρφωτο, χωρίς απτή υπόσταση που ωστόσο πρέπει να πιστέψεις σ’ αυτό, να το αδράξεις και να σκαρφαλώσεις πάνω του. Το μέλλον προαπαιτεί θάρρος, επιδεξιότητα και πίστη. Καθόλου δεν είναι αυθύπαρκτο ή αυτονόητο.

Έτσι μάλλον εξηγείται το ότι υπάρχουν και κάποιοι για τους οποίους το μέλλον δεν ανοίγει ποτέ ούτε καν σαν χαραμάδα, δεν ξεδιπλώνει τις υποσχέσεις του σαν πραματευτής, δεν λαρυγγίζει γλυκά σε κοντινή απόσταση. Μένει εσαεί κλειστό ένα ταριχευμένο μπουμπούκι. Kι εκείνοι παραμένουν έγκλειστοι στη γοητεία του ανεξάντλητου παρόντος σαν μωρά ή άγγελοι ή ιθαγενείς του Αμαζόνιου. Τώρα και τώρα και τώρα. Δεν προεκτείνουν την ύπαρξή τους μπροστά, δεν κτίζουν φράγματα, δεν κάνουν γεωτρήσεις, προτιμούν την προσευχή απ’ τους λογάριθμους. Μόνο παιδιά κάνουν, ίσως και λίγη τέχνη.

Οφείλει κανείς να αναρωτηθεί – είναι αυτοί όντως αλώβητοι από τον θάνατο;

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ

Η απώλεια είναι απρόσεκτη και ασύμμετρη, δεν έχει υποχρέωση να δένει με οτιδήποτε, αδειάζει τα πράγματα από το νόημά τους. Η ύπαρξη δεν δείχνει πλέον να έχει λόγο ή δικαίωση. Η απώλεια επίσης επαναπρογραμματίζει τον χρόνο. Μετά την επίσκεψή της βρίσκεις τον εαυτό σου να μετράει ανάποδα. Δεν πιστεύεις πως αυτό όντως θα έχει κάποιο αποτέλεσμα, αλλά δεν υπάρχει τίποτε άλλο.

Το πένθος καταστρέφει κάθε πιστεύω, αναπάντεχα δεν ξέρεις τίποτα. Προκειμένου να ξεπεράσεις αυτήν την καταστροφή, κτίζεις κάτι στο οποίο μπορείς να προσποιηθείς ότι πιστεύεις. Μετά περιμένεις να ξεχάσεις ότι ήταν στα ψέματα και να πιστέψεις στ’ αλήθεια σ’ αυτό που έκτισες. Νιώθεις σαν να μετράς αντίστροφα από το άπειρο. Αλλά από την απόγνωση διδάσκεσαι ένα προσωπικό ύφος.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στο όνειρό μου υπήρχε μια μηχανή ικανή να δημιουργήσει ένα αντικείμενο από το τίποτα. Όμως, για να το καταφέρει αυτό, έπρεπε να παράξει μια ποσότητα από απόβλητα που ο όγκος τους ήταν μεγαλύτερος από το σύμπαν το οποίο την περιείχε.

Δες, μια σειρά φορεμένα παπούτσια προσεκτικά στοιχισμένα δίπλα σ’ έναν κάδο σκουπιδιών. Να και μια πλαστική σακούλα μ’ ένα γιαούρτι και δυο μανταρίνια αφημένη σ’ ένα παγκάκι. Τι όψη έχει ένας κεντρικός δρόμος με ντουζίνες λουκέτα; Πόσο αντέχει ένα σπίτι με τους δυο γονείς απολυμένους; Ζούμε αλήθεια στις όχθες ενός ποταμού από εκατομμύρια ανέστιους, διαρκώς μετακινούμενους και παντού ανεπιθύμητους πρόσφυγες;

Μήνες τώρα αντιστέκομαι να σχολιάσω την κρίση. Όχι επειδή δεν υποφέρω από αυτήν ή δεν βλέπω ή δεν ακούω. Θυμίζει τον σεισμό του ’99, όπου το επόμενο πρωί ήξερες ακριβώς τι σκέφτονταν ο κάθε άνθρωπος στον δρόμο. Όλων η προσοχή στραμμένη σε αυτό που βρίσκεται εκτός ελέγχου, αυτό που δεν έχει προηγούμενο. Η χαρά και η ανεμελιά συνιστούν μια μορφή κοινωνικής ανευθυνότητας. Επιτρέπονται μόνο ως ανάπαυλες από την αποδιοργάνωση που προκαλεί το διαρκές άγχος.

Γι’ αυτό δεν μιλώ για την πολιτική. Διότι όποτε λοξοδρομώ προς αυτήν νιώθω σαν εγγαστρίμυθος, σαν να αποσυσχετίζομαι από τον πιο αληθινό εαυτό μου προς χάριν μιας ατέλειωτης, και στείρας, διαπραγμάτευσης σκοπιμοτήτων. Σαν να συναινώ παρά τη θέλησή μου σ’ έναν εκβιασμό, προκειμένου να μην κατηγορηθώ ως αδιάφορος για τα κοινά ή ως άσχετος. Και φυσικά, όλοι γι’ αυτό μιλούν. Το διακύβευμα βρίσκεται, όπως πάντα, στην αφήγηση και η κυρίαρχη αφήγηση γίνεται με οικονομικούς όρους. Ένας λόγος παραπάνω να κρατάει κανείς το στόμα του κλειστό.

ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Τέρμα η κλινική αντιμετώπιση, τώρα, όπου το βλέπω ν’ αναβλύζει, με ταράζει. Το πονάω όταν κυλάει, τρέχω να το προφτάσω, το συλλέγω, το γεύομαι, παρατηρώ το κατρακύλισμά του σε όλο πιο βαθυσκότεινους τόνους. Το ξεψύχισμα…

Πάντα, πάντα όταν αιμορραγείς αυτή η ταραχή. Σαν να έχει φανερωθεί ένα μυστικό κατά παραβίαση της φυσικής τάξης, που το θέλει να κάνει τη δουλειά του υποδόριο και αφανές, πάντα ένα σκάνδαλο που κάτι τόσο πολύτιμο χύνεται ανεξέλεγκτα και σπαταλιέται. Αλλά και η ικανοποίηση ότι ιδού!, οι τοίχοι του οικοδομήματος είναι υγροί και όχι στέρεοι, το νόμισμα της θνητότητας επίσης υγρό και, κυρίως, ιδού το ορατό μέτρο και η χωρητικότητα του κόσμου. Όταν λεκιάσει τα ασπρόρουχα και τα σεντόνια που του αναλογούν, κι αυτό θα στερέψει.

ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ

Η ορμή του αίματος το οδηγεί, τυφλό, από σκονισμένα οροπέδια στις γωνίες της πλατείας, όπου πιάνει τον ελάχιστο δυνατό χώρο και κοιτώντας σε ίσια στα μάτια λέει, «Θέλω να ζήσω», πράγμα που εσύ χρόνια παλεύεις να μπορέσεις ο ίδιος να πεις. Δεν είναι, λοιπόν, μια μορφή εύνοιας η βοήθεια που προσφέρεις, οι ξηροί καρποί και οι μπανάνες και τα μωρομάντηλα, εντάξει;
Είναι πρόβα συμμετοχής.

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΙΙ

Εσύ απ’ το Ιστ Κόουστ κι εγώ από τον Βόλο, αλλά χρόνια τώρα ήθελα να σου πω so what? Τα πράγματα στη χώρα μου τα ίδια: οι άνθρωποι γιορτάζουν κάθε μέρα τα γενέθλιά τους, αγαπούν τ’ αλμυρά και τα γλυκά το ίδιο, κρατάνε τον χρόνο ανοιχτό σαν να ήταν πόρτα. Είμαστε μικροί αλλά ευρύχωροι. Αυτό το διδαχτήκαμε νωρίς: ο τέλειος άνθρωπος δεν έχει πρόσωπο. Πίσω από κάθε ιστορία υπάρχει μια άλλη ιστορία. Οι χαρακτήρες στα μυθιστορήματα επιστρέφουν σ’ εμάς όπως η αντανάκλαση του καθρέφτη, όπως η μνήμη. Αρκεί μια λεπτομέρεια, ένα δαχτυλίδι, μια ουλή, για να σε δούμε γυμνό πίσω από τη μεταμφίεση του τωρινού αιώνα. Κορμί από φύκια και σεμολίνα, αρμυρό και γλυκό, ποδημένο ώστε να επιστρέφει αέναα.

 

Η ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ

Φανάρι της Τροχαίας που αναβοσβήνει ξημερώματα σε μια έρημη διάβαση – η εικόνα του Λακάν για το ασυνείδητο. Απαντώ:

Είναι μια πίεση εσωτερική, κάποιου τύπου ανησυχία που νιώθεις και αρχικά δεν αναγνωρίζεις. Θέλεις να κλάψεις, να τραγουδήσεις, να φταρνιστείς; Σου αρέσει; Πονάει; Τι;

Αντιλαμβάνεσαι πως αλλάζεις προσωρινά συναισθηματικό μέγεθος. Κι αυτό που νιώθεις είναι τα γρανάζια που κλικάρουν βαθιά μέσα στη μάζα νευρικού ιστού που λέμε εγκέφαλο. Τώρα, όπως και στα όνειρα, μπορείς να προσεγγίσεις μια εμπειρία σε μεγάλο βάθος και από πολλές γωνίες ταυτόχρονα. Ως παιδί, ως άντρας, ως ιερέας, ως ουράνιος θόλος, ως διάδρομος.

Η τέχνη είναι μια μεθόδευση του πώς να δεξιώνεσαι τα πράγματα πιο άρτια.

Ωστόσο η αλλαγή δεν συντελείται πάντα αποτελεσματικά. Αλλάζεις μέγεθος στιγμιαία και κάτι εισχωρεί μέσα σου στιλπνό, παλλόμενο, όμως σχεδόν αμέσως παύει να είναι προσιτό. Βυθίζεται αύτανδρο στην αδιαφάνεια της συνείδησης. Το νιώθεις εκεί, στον βυθό, σαν ραδιενεργό νόμισμα, μα δεν το φτάνεις.

Αρχίζεις τις βόλτες πάνω κάτω σαν αρκούδα σε κομμάτι πάγου που φθίνει. Σιγά σιγά το κάλεσμα εξασθενεί. Λες, «Αχ τι είδα πάλι απόψε, κάτι είδα».

Και το ξεχνάς…

κλικ–

Όχι περίμενε! Ήμουν, λέει, σ’ ένα γιουσουρούμ μεταχειρισμένων αντικειμένων, όπου ανάμεσα σε όλα τα υπόλοιπα, πιθανά και απίθανα, έβλεπα και πράγματα δικά μου. Να, οι ώμοι μου, ελάχιστα μεταχειρισμένοι, τα γόνατα σαν καινούργια. Από το σύρμα κρεμόταν και το βυσσινί πουλόβερ που τόσο είχα αγάπησα. Τιμή 1 ευρώ! Τι, να μην το ’παιρνα;

About frmk poetry

Φάρμακο | Εξαμηνιαίο περιοδικό για την διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου Κυκλοφορεί! Στα βιβλιοπωλεία και σε επιλεγμένους χώρους τέχνης δύο φορες τον χρόνο.
%d bloggers like this: