Ομιλίες στην παρουσίαση του Φρμκ: Ari Morgenstern Läsarson

Θα πω κάποια γενικά λόγια για τη μεθοδο αυτού του τευχους και στη συνέχεια κάτι πιο συγκεκριμένο για το κείμενο το οποίο συνεισέφερα εγώ. Η σχέση των ανθρωπιστικών επιστημών, από τις οποίες προέρχομαι, με την ποίηση ήταν μέχρι πρότινος αρκετά αμήχανη. Αν και υπήρχαν, τόσο στην ανθρωπολογία όσο και την ιστορία, φωνές που προέταξαν την ποιητική δημιουργία ως συγγενή με την κοινωνική ανάλυση, ωστόσο αυτές αποτέλεσαν μάλλον μια ενδιαφέρουσα παρέκκλιση, χωρίς να καταφέρουν να συγκροτήσουν κάποιο παράδειγμα. Η σχέση της κοινωνικής επιστήμης με την ποιητική δημιουργία συνήθως παραμένει αμφίθυμη. Πρόκειται για μια ανοίκεια τάση, που είναι ταυτόχρονα επιθυμητή και τρομακτική.1 Όμως, νομίζω, από την εμπειρία μου τουλάχιστον, πως αυτοί οι δισταγμοί δεν θα έπρεπε να προβληματίζουν τους ποιητές, αλλά να τους κάνουν να αισιοδοξούν για το μέλλον της τέχνης τους. Είναι γιατί πιστεύω πως η καταφυγή στην ποίηση είναι κατά βάθος μια παραδοχή ενός επέκεινα, μιας διάστασης την οποία η κοινωνική επιστήμη, με τους αυστηρούς κανόνες της και τα άκαμπτα στεγανά, δεν μπορεί να καλύψει, ίσως δεν μπορεί καν να δει. Ίσως διότι μπερδεύει διαρκώς την αλήθεια με την πραγματικότητα.

Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος, και εκείνος έχει να κάνει, μάλλον τυχαία, με τον υπότιτλο του περιοδικού ΦΡΜΚ και ειδικά τον όρο «ποιητικό φαινόμενο». Η έννοια της ποίησης όχι ως μορφής έκφρασης, σαν πρόχειρος λυρισμός, μα σαν φαινόμενο εν γένει, νομίζω ότι μας ανοίγει ένα παράθυρο προς μια μέθοδο με την οποία να αναμετρηθούμε με το πραγματικό. Μια μέθοδος που, όπως λέει ο Μπένγιαμιν στον Αφηγητή του, αντλεί το κύρος της από μια περιοχή όπου ζωή και θάνατος αποτελούν ένα συνεχές. Στόχος, νομίζω αυτής της τάσης, θα μπορούσε να είναι η μεταμόρφωση του φαινομένου σε παράδειγμα –με την επιστημολογική έννοια της λέξης– δηλαδή σε έναν συνολικό τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο.

Από την άποψη αυτή, μου φαίνεται πως δοκιμές όπως αυτές που συμβαίνουν στο τεύχος αυτό, πρέπει να διαβαστούν κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα από εκείνο που ίσως τις βλέπει το κοινό της ποίησης, αν με συγχωρέσετε για αυτή την αμετροέπεια. Έχει νόημα να στοχαστούμε την επικράτεια της ποίησης σαν κάτι που τείνει το χέρι από την αισθητική προς την ηθική, που ξαναφέρνει τον στοχασμό και την πρακτική του υψηλού μέσα στην καρδιά των διερωτήσεων για το πώς να πράξουμε μέσα στην ανθρωπόκαινο εποχή.

Να περάσω τώρα στο θέμα του τεύχους αυτού.

Με παράξοδο τροπο, ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στο ζώο με την ίδια αγωνία που στέκεται απέναντι στην κατίσχυση των μηχανων. Η αμηχανία που προκαλεί το βλέμμα ενός ζώου δεν είναι η ντροπή απέναντι σε μια ανώτερη συνειδητότητα – θα μπορούσε, αλλά το σύμπαν των κατηγοριών μας δεν μας επιτρέπει μια παρόμοια ύβρι. Αντίθετα, είναι η αγωνία που δημιουργεί η συνειδητοποίηση πως η ίδια η συνείδηση δεν είναι μια ανώτερη λειτουργία του νου, αλλά ένα στοιχειώδες εφέ της ύπαρξης. Όσο χαμηλότερα κινούμαστε στη ζωολογικη μας καταταξη, η οποια δεν ειναι παρα ένας ψευδοφιλοσοφικός πίνακας ιεράρχησης των ενεργημάτων της συνείδησης, τόσο τρομακτικότερη γίνεται η συνειδητοποίηση πως αν δεχτούμε τη ζωή ως διακριτή βαθμίδα της ύλης, υποχρεωνόμαστε να δεχθούμε πως υπάρχει συνείδηση ακόμα και στα κατώτερα σύμφωνα με την άποψή μας στρώματα του οργανικού βίου. Συνείδηση δίχως το καρτεσιανό cogito, να ένα ακόμη χτύπημα στον ναρκισσισμό του είδους μας που διείδε, αλλά εν μέρει μόνο, ο Φρόιντ.

Η διερώτηση για το ζώο είναι ένας στοχασμός πάνω στη συνείδηση που κυλά ανάμεσα σε δυό όχθες, τη γλώσσα και τον θανατο: συνειδητοποιούμε πως η λογική εξέλιξη του ανθρώπινου ζώου δεν είναι αυτό που πιστεύαμε, δηλαδή μια εξελικτική υπεροχή που θέτει εαυτόν στην κορυφή του εξελικτικού δέντρου, αλλα μια εν δυνάμει ασθένεια, ενα ελάττωμα το οποίο ίσως τελικά οδηγήσει το είδος στην απόγνωση και την αυτοκαταστροφή. Η τραγική ιδέα της περατότητας του βίου, είναι αυτό ακριβώς που επεσήμανε ο Επίκουρος, δηλαδή μια ιδέα, ένα κατασκεύασμα του νου, που τίποτα δεν έχει να κάνει με τη ζωή την ίδια, η οποία μπορεί κάλλιστα να βιωθεί και χωρίς αυτή την ιδέα, που δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της. Έτσι μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε τον επικούρειο αφορισμό: όταν έρθει ο θάνατος εμείς δε θα είμαστε παρόντες, άρα η ιδέα του θανάτου δεν είναι ο ίδιος ο θάνατος που χαρακτηρίζει όλα τα είδη αλλά μια πάθηση του ανθρώπινου, ένα σύμπτωμα της γλώσσας.

Πρόκειται για ένα παράδοξο αλισβερίσι στο οποίο το ασημένιο μαχαίρι της γλώσσας αποκόπτει τελετουργικά το ανθρώπινο από κάτι που ούτε εκείνο γνωρίζει. Όπως επεσήμανε ο Λεβί-Στρος, η σημασιακή λειτουργία της γλώσσας πρέπει να συνέβη στον άνθρωπο με μια αστραπιαία κίνηση. Ξάφνου, για άγνωστους λόγους, όλα άρχισαν να σημαίνουν κάτι. Αυτή η βίαια πάθηση του νου αντάλλαξε το πνεύμα που εμφυσεί μέσα μας ο λόγος με την πικρή συνειδητοποίηση ότι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε ποτέ σε έναν καθαρά ενστικτώδη βίο. Η ιδέα του θανάτου ποτίζεται τότε με τη γλύκα της επιστροφής σε μια προηγούμενη κατάσταση αυθεντικής ύπαρξης. Ταυτόχρονα όμως, αυτός ο έντονος πόθος επιστροφής ανοίγει μια χαραμάδα για μια ακόμη πιο τρομακτική ιδεά. Δεν ειναι μονάχα η ιδεα του θανατου που σκιάζει το ανθρώπινο, αλλά και η διάκλισή της, η ιδέα της αθανασίας, όπως εκείνη διαγράφεται από σύνολα οργανισμών όπως οι ιοί, τα πρωτόζωα, τα οποία δείχνουν να διάγουν βίο σε μια άλλη χρονική κλίμακα από κείνη που ζούμε ως είδος.

Η έννοια του ζώντος αποτελεί ένα κυρίαρχο παράδειγμα σκέψης για τον δυτικό κόσμο σήμερα, αλλά όχι μόνο. Οι λεγόμενες επιστήμες της ζωής δημιουργούν μια ομπρέλα πρακτικών, εννοιών και επιστημολογικών παραδοχών που έχουν τεράστιο αντίκτυπο στον τρόπο που διάγουμε τον βίο μας. Ο αστερισμός αυτός πρακτικών και ιδεολογιών δεν θα μπορούσε να συναρμολογηθεί χωρίς την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών. Οι τεχνολογίες αυτές εξασφαλίζουν πως η αλλαγή δεν γίνεται μονάχα στο φαντασιακό ή το συμβολικό επίπεδο. Υπάρχει πλέον η δυνατότητα να παρέμβουμε στο υλικά πραγματικό. Οι τεχνολογίες του έμβιου μεταλλάσσουν σε βάθος την αντίληψή μας για το ζωντανό.

Οι αλλαγές αυτές αναδεικνύουν την έννοια της ζωής σε πεδίο ηθικής απόφασης. Σίγουρα αποτελεί πεδίο για κρίσιμες αποφάσεις και αποφάνσεις πάνω στην τύχη έμβιων οργανισμών, όπως ολόκληρα είδη, ή όπως έμβρυα ή κλώνοι. Αλλά επίσης, και ίσως το κυριότερο, αναδεικνύεται σε τόπο στον οποίο είναι δυνατόν και είναι θεμιτό να θεμελιωθούν ηθικά αξιολογήσιμες ποιότητες.

Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει λοιπόν που, στο κέντρο του ιδεολογικοπρακτικού αυτού μορφώματος με την τόσο σύγχρονη και επείγουσα λειτουργία, δεν υπάρχει ένας σαφής ορισμός της ζωής. Μέσα στην ίδια τη βιολογία, εξ ορισμού επιστήμη της ζωής, διατυπώνεται πλέον η παραδοχή πως η ζωή δεν είναι μια έννοια που μπορεί να προσδιοριστεί με σαφείς επιστημονικούς όρους.2 Μάλιστα, η ασάφεια αυτού του προσδιορισμού δεν είναι ένα ελάττωμα της βιολογίας ως τεχνοεπιστήμης, αλλά θα έλεγε κανείς πως αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες μέσω του οποίου μετατρέπεται αυτή από σκέψη σε τεχνοεξουσία.3 Η ασάφεια αυτή διατηρείται παρά τις προόδους της τεχνολογίας – θα μπορούσαμε να πούμε εξαιτίας αυτών. Ήδη από τον Ντιλτάι, στα 1890, επισημάνθηκε ότι η έννοια αποτελεί ταυτόχρονα έναν οικείο όρο και μια απόλυτα ασαφή έννοια (θα μπορούσα να σημειώσει κανείς εδώ, όπως οι περισσότερες έννοιες, π.χ., κουλτούρα, πολιτισμός, με τις οποίες χτίζεται η πολιτική σήμερα).

Αν και η φιλοσοφία της ζωής χαρακτήρισε το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, τροφοδοτώντας κατά πολλούς την αποπροσωποποιητική ακρότητα του ναζισμού, το δεύτερο μισό του αιώνα θα μπορούσαμε να πούμε ότι χαρακτηρίστηκε σε κάποιες τάσεις του από ένα φλερτ με το ανόργανο. Μια γενεαλογία που εντοπίζεται ήδη στον Φρόιντ, αλλά διακρίνει και τον Λεβί-Στρος, τον Καγιουά κλπ. Μάλιστα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι σύγχρονες φιλοσοφικές προσεγγίσεις της ζωής κατευθύνονται κυρίως στους τόπους όπου αυτή τείνει να εκλείψει, όπου συναντά το βαθμό μηδέν της – όπως η έννοια της γυμνής ζωής κατά Αγκάμπεν.

Ωστόσο, όλα αυτά αλλάζουν όταν σκεφτούμε τους ολοποιητικούς όρους με τους οποίους εκφραζόμαστε όταν προσπαθούμε να ανασυστήσουμε αυτή τη γενεαλογία της ζωής στα όρια ανάμεσα στις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις επιστήμες της ζωής. Ας αφήσουμε τη συστατική παραδοχή ότι «εμείς» μπορούμε να αποφανθούμε τελικά για το τι είναι η ζωή. Ας δουμε μια πιο μερική όψη της συζήτησης αυτής, που λέει πως αναφερόμαστε μονάχα στη δυτική, και μάλιστα κεντροευρωπαϊκή σκέψη, σαν έναν μοναχά από τους πολλούς παγκόσμιους τρόπους σκέψης.

Πρόσφατες εξελίξεις στις ανθρωπιστικές επιστήμες προέταξαν τα αντικείμενα, την ανόργανη ύλη ως συστατική όχι διαφορετικών απόψεων αντιλήψεων ιδεών για τον κόσμο, αλλά ως συστατική διαφορετικών κόσμων στην ολότητά τους. Μια τέτοια σύσταση διαφορετικών κόσμων προσπαθεί να τεκμηριώσει το δικό μου ποιητικό εγχείρημα, που ξεκινά με τη Νόσο του Μπόλτζμαν, ένα κείμενο που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΟΥΑΠΙΤΙ, συνεχίζεται με το κείμενο που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΦΡΜΚ, και θα επιχειρήσει να ακολουθήσει μια τέτοια πορεία στον χρόνο.

Γιατί η ποίηση, και ποιο είναι το εγχείρημα τούτο;

Η ποίηση είναι μια αλλοποιητική διαδικασία μέσα στο οικείο. Οδηγεί στη δημιουργία κόσμων, σε κάτι που είναι και δεν είναι μέρος του καθημερινού. Η ρομαντική παραδοχή της ποίησης ως το κάτι τι άλλο, που έχει παρεισφρύσει μέσα στην καθομιλουμένη χρήση του όρου (η εικόνα του ποιητή ως αλλοπαρμένου), κάνει εφικτή την εκδίκηση της ποίησης – όταν εκείνη διατηρεί έναν πυρήνα ανοίκειου μέσα στις απόλυτες εκείνες παραδοχές που κάνουν εφικτή την επανάληψη του καθημερινού.

Η δυνατότητα που μας δίνει όχι να διαρρήξουμε, αλλά να κινηθούμε ισορροπώντας πάνω στις ασαφείς γραμμές διάκρισης των επιστημών, που είναι πολιτισμικές παραδοχές αλήθειας. Να κινηθουμε, για παράδειγμα, απάνω στο όριο αλήθειας-πραγματικότητας που έχει διαγράψει η διαγενική διάκριση λογοτεχνίας και nonfiction. Στο σημείο αυτό, μας δίνει τη δυνατότητα ενός speculative nonfiction. Ενός υποθετικού ντοκυμαντέρ. Υπάρχουν τέτοιου τύπου βιβλία ήδη στην καρδιά αυτής της παράδοσης, και αποτελούν τα άβολα σπυριά της. Ο Μωυσής του Φρόιντ, για παράδειγμα, το οποίο κατ’ εμέ είναι ένα βιβλίο που πραγματοποίησε αυτό που επιθύμησε ο Ντεριντά πολλά χρόνια αργότερα, δηλαδή μια θεωρητική γραφή που να βρίσκεται πέρα από τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε λογοτεχνία και θεωρία.

Έτσι όπως το σκέφτομαι, αναγνωρίζω μια ταύτιση, ένα κοινό έδαφος που μοιράζεται το ασυνείδητο και η ποίηση. Το ασυνείδητο είναι αυτός ο χώρος της καθαρής λειτουργίας μέσα μας, γι’ αυτό και αποτελεί κάτι το ριζικά ξένο για μας. Το ασυνείδητο, το μόνο που κάνει είναι να λειτουργεί. Δεν κρύβει καμιά προνομιακή ταυτότητα, κάποια κρυφή γνώση για το ανθρώπινο, κώποιο μυστικό για την ύπαρξη. Δεν περιέχει τίποτα, για την ακριβεία, είναι μια μηχανή που επεξεργάζεται θυμικές ποσότητες. Ακόμα περισσότερο, δεν είναι καν μηχανή, με την έννοια ότι δεν βρίσκεται εκεί, παρά αναδύεται ως δομή μέσα από διάφορες συναντήσεις. Το ποιητικό φαινόμενο, υπαινίσσεται το κείμενο μου στο ΦΡΜΚ, είναι ίσως αποτέλεσμα μιας τέτοιας συνάντησης ανάμεσα στο πλησιέστερα-άβιο και το πλησιέστερα-πνευματικό. Για τούτο και ένα κείμενο όπως αυτό δοκιμάζει να διατηρήσει τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το αληθινό αρκετά διαπερατά. Δοκιμάζει να φανταστεί μια ανοσολογία του ασυνειδήτου.

1Daniel, E. Valentine, και Jeffrey M. Peck, επιμ., 1996. Culture/Contexture: Explorations in Anthropology and Literary Studies. Berkeley: University of California Press.

2Εισαγωγικό άρθρο στο περιοδικό Nature: «It would be a service to more than synthetic biology if we might now be permitted to dismiss the idea that life is a precise scientific concept» (Editorial 2007, σ. 1032).

3Δες την σύντομη παρουσίαση στο κεφάλαιο του Johannes Steizinger στον τόμο Ambivalences of Creating Life – Societal and Philosophical Dimensions of Synthetic Biology, edited by Margret Engelhard, Kristin Hagen and Georg Toepfer, Heidelberg (Springer) 2016, σσ. 275−292.

Advertisements

About isidorou

everyday life, daydreaming, critique,fragments and theories, impossibilities, practices,false strategies, city slang
%d bloggers like this: