Μαρία Τοπάλη, «Άφλα» χωρίς Ωμέγα στην ποιητική της κρίσης

στον φίλο Θανάση Βασιλείου,

που η φωνή του μοιάζει πολύ με του ΜΑ

Από την πρώτη στιγμή που παρέδωσα στην Κατερίνα Ηλιοπούλου το κείμενο με τίτλο «Η κρίση με στέλνει στα προφορικά», για δημοσίευση στο πρώτο τεύχος του [φρμκ], ένιωσα λιγότερο την ανακούφιση που ακολουθεί την ολοκλήρωση μιας προσπάθειας και περισσότερο μια διαρκώς επιτεινόμενη εκκρεμότητα: να συνεχίσω από εκεί όπου είχα σταματήσει. Ήταν σαν να είχα φλυαρήσει πολύ για να καταφέρω στο τέλος να εκφράσω ένα «άλφα» μονάχα, ίσως μάλιστα μπουρδουκλωμένο, ένα «άφλα», όπως το έλεγε κάποτε η μικρή μου κόρη. Ίσως η δημοσίευση αυτή να είχε τη σημασία της περισσότερο ως σύνθημα, γιατί να που ανοίγοντας τη μικρή εκείνη τρυπούλα της έκφρασης, το πρώτο «άφλα», συνωστίστηκαν ξαφνικά μέσα μου ένα σωρό άλλοι φθόγγοι, θορυβώντας και πιέζοντας για έξοδο. Κατά την προσφιλή μου συνήθεια κυοφόρησα σε επικίνδυνο βαθμό ετούτον τον συνωστισμό, μέχρι που κόντεψε να σκάσει περιμένοντας τη μαμή να καταφθάσει.

Στο μεταξύ, το αγωνιώδες υπερηχογράφημα του κυοφορούμενου επέμενε, ξανά και ξανά, σε δύο σημεία. Το ένα ήταν οι γνωστοί στίχοι του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005) «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις/ Να μην τις παίρνει ο άνεμος.» Το δεύτερο, οι επίσης πολύ γνωστοί στο κοινό της γερμανόφωνης ποίησης στίχοι του Peter Huchel (1903-1981) «Gedenke derer,/ die einst Gespräche wie Bäume gepflanzt.» [Θυμήσου εκείνους, Που άλλοτε φύτευαν συνομιλίες σαν δέντρα.]1

Ας θυμηθούμε πρώτα το ποίημα του Αναγνωστάκη, που κλείνει με τις «πρόκες»:

Ποιητική

Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

Τo τί δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν᾿ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή «Ο Στόχος» (1970) και δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις Κέδρος, μαζί με τα κείμενα άλλων συγγραφέων και ποιητών, ανάμεσά τους και του Γιώργου Σεφέρη, στα περίφημα Δεκαοκτώ Κείμενα (Ιούλιος 1970), επί χούντας, ως πράξη αντίστασης σε αυτήν. Το ποίημα του Αναγνωστάκη επιζητεί να νομιμοποιήσει μια μορφή στρατευμένης ποίησης, απαντώντας σε έναν συνομιλητή που δεν κατονομάζεται: «εσύ κι οι όμοιοί σου…» Ο συνομιλητής αυτός κατηγορεί, φαίνεται, την άλλη πλευρά (την αριστερή, στρατευμένη ποίηση; την αντιδικτατορική ποίηση;) ότι προδίδει τα ιερά και τα όσια της ποιητικής τέχνης, θέτοντάς την στην υπηρεσία «σκοτεινών επιδιώξεων» και καταντώντας την «κηρύγματα και ρητορείες». Είναι, για μένα τουλάχιστον, αδύνατον στο σημείο αυτό να μην ακούω κιόλας μέσα μου, την ώρα που γράφω, ολοκάθαρη τη χαρακτηριστικά χαμηλότονη φωνή του ΜΑ, που πάει να πνιγεί στο λαρύγγι, ασθμαίνει (από το πολύ τσιγάρο;) και, ακριβώς, «καρφώνεται» εντέλει ξερά, κοφτά: «Ε ναι λοιπόν…»

Το «εγώ» του συγκεκριμένου ποιήματος αφήνει τον εκνευρισμό του να ξεσπάσει όπως θα συνέβαινε σε μια καθημερινή κουβέντα καφενείου. Πρώτα, εγκαλεί τον συνομιλητή του (θα πρέπει να υπόκειται πρόσωπο αληθινό κι ίσως επώνυμο, αλλιώς δεν θα έλεγε, μάλλον, «εσύ κι οι όμοιοί σου»): «Το τί δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις…». Αναφαίνεται εδώ (όπως και σε πολλά άλλα ποιήματα του ΜΑ όπου το ποιητικό «εγώ» συνδιαλέγεται με ένα δεύτερο πρόσωπο που δεν κατονομάζεται αλλά δημιουργεί έντονη την εντύπωση ότι τον/την ξέρουμε) μια διάσταση της ποίησης του ΜΑ που θα την έλεγε κανείς «κοινοτική». Εκφέρεται δηλαδή η ποίηση αυτή στο πλαίσιο μιας κοινότητας που τη σπαράσσουν βέβαια έντονες αντιθέσεις, το πλαίσιό της δεν έχει, ωστόσο, διαρραγεί ακόμη. Όμως ο Αναγνωστάκης θα σωπάσει, όπως ξέρουμε, στη συνέχεια, για πάντα. Θα σταματήσει να γράφει ποίηση. Εύλογος, λοιπόν, στο σημείο αυτό ο προβληματισμός σχετικά και με τον ρόλο και την τύχη της «κοινότητας». Αλλά από εδώ θα ξεκινούσε μια συζήτηση συναφής μεν, διαφορετική δε ως προς τη στόχευση. Επανέρχομαι στο θέμα, στο ποίημά του με τις «πρόκες».

Ευθεία η μομφή του ποιητικού υποκειμένου στην «Ποιητική», στρεφόμενη κατά δημιουργών, καλλιτεχνών και ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών που, αρνούμενοι προφανώς κάποια «στράτευση», υπηρετώντας, τάχα, την τέχνη για την τέχνη, έφτασαν να ξεπουλήσουν, όπως λέει το ποίημα, τα υπάρχοντά τους «ένα προς ένα … στις διεθνείς αγορές και στα λαϊκά παζάρια». Οι άνθρωποι αυτοί, λέει το ποίημα, απόμειναν τώρα χωρίς μάτια για να βλέπουν, χωρίς αυτιά για να ακούν, με τα στόματα σφραγισμένα. Είναι σημαντικό, νομίζω, να επισημάνουμε ότι αυτοί που ξεπούλησαν τα υπάρχοντά τους, τα λόγια τους δηλαδή, την ποίησή τους, τώρα υφίστανται ως τιμωρία σωματικό ακρωτηριασμό και αναπηρία. Δεν βρίσκονται απλώς κλεισμένοι, περιορισμένοι, καταπιεσμένοι. Τώρα, μετά το γεγονός-ρήγμα (δικτατορία), έμειναν χωρίς μάτια, χωρίς αυτιά! Το στόμα τους σφραγίστηκε! Δεν είναι απλώς αποκλεισμένοι από το ποιητικό forum. Το εκ μέρους τους ξεπούλημα της ποίησης μοιάζει να επισύρει βιβλικών διαστάσεων ποινές. Στις βιβλικές αυτές διαστάσεις θα επανέλθουμε.

Το οιονεί αποκαλυπτικών διαστάσεων γεγονός, η επιβολή της δικτατορίας, δίνει, σε μια παράφορη αντιστροφή, στο ποιητικό υποκείμενο την ευκαιρία να ξεσπάσει – με τυπικά αναγνωστακικό τρόπο: «Ε, ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες». Κάτι έχει μεσολαβήσει που του επιτρέπει να μην τηρεί πλέον τα προσχήματα. Κάτι έχει μεσολαβήσει που τον απελευθερώνει, τον κάνει να μη νιώθει πια ούτε ένοχος ούτε υπόλογος για όσα τον κατηγορεί η άλλη φωνή. Κάτι έχει μεσολαβήσει που έφερε τούμπα την κατάσταση και τον «βγάζει στην επίθεση» (πράγμα άλλωστε απολύτως συμβατό με έναν φανατικό ποδοσφαιρόφιλο όπως ο ΜΑ): «Ε ναι λοιπόν….». Αυτό το κάτι είναι, προφανώς, η χρονική πύκνωση, που αποτελεί γνώρισμα των δραματικών ιστορικών γεγονότων. Είναι το ίδιο εκείνο ρήγμα-συμφορά της χούντας που βγάζει και τον Σεφέρη ακόμα από τη σιωπή του.2 Βεβαιότητες καταρρέουν, καταλύματα αποδεικνύονται πλέον άχρηστα, μάσκες πέφτουν, ονόματα διασύρονται: συντελείται μια διαδικασία επώδυνης καταστροφής και κάθαρσης. Στο σημείο αυτό αξίζει να μνημονεύσουμε μια παρατήρηση του Ξενοφώντα Κοκκόλη [«Σε τί βοηθά λοιπόν…» η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη. Μελέτες και σημειώματα, Νεφέλη, 2001, σ. 143-144]. Δεν αναφέρεται στο υπό συζήτηση ποίημα (Ποιητική) αλλά στον τελευταίο στίχο ενός άλλου ποιήματος. Πρόκειται για το τελευταίο ποίημα της σειράς «Στόχος» και της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του ΜΑ.3 Τιτλοφορείται «Επίλογος» και κλείνει ως εξής: «Κρίνε για να κριθείς.» Παραθέτω αυτούσιο το σχόλιο του Κοκκόλη, γιατί τόσο η συνάφειά του με το συζητούμενο ποίημα (ανήκουν και τα δύο στη συλλογή «Ο Στόχος») όσο και η εν γένει επικαιρότητά του είναι, νομίζω, αξιοσημείωτη:

«Αυτή η καταληκτήρια εντολή αντιστρέφει το γνωστό ‘‘μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε’’ του Ιησού (Ματθ. 7,1, πρβλ. και Λουκ. 6,37)· το ευαγγελικό χωρίο προέρχεται και αυτό, όπως εκείνο της προηγούμενης νοηματικής αντιστροφής (…), από την ‘‘Επί του όρους ομιλία’’ και μάλιστα από το ίδιο κεφάλαιο του Ματθαίου.

»Δεν πρόκειται απλώς για μια τολμηρή αντιστροφή. Εδώ, και μ’ αυτόν τον «βιβλικό» τρόπο [ΣτΣ: να την τώρα, απερίφραστη η «βιβλική» αναφορά…], εναποτίθεται το τελικό απόσταγμα μιας πνευματικής διαδρομής που θα έπρεπε να την πούμε (αν δεν είχαμε μαγαρίσει τις λέξεις) πολιτικά στρατευμένη.»

«Αν δεν είχαμε μαγαρίσει τις λέξεις». Αν το λέει αυτό ο Κοκκόλης σε ένα βιβλίο του 2001 (το δε σχετικό κείμενό του ανάγεται, όπως μας πληροφορεί σχετική σημείωση, στο έτος 1997), τί να πούμε σήμερα εμείς, στην Ελλάδα του 2014 για λέξεις «μαγαρισμένες»! Σωστά αλλά εδώ ίσως –ίσως ακριβώς!– λειτουργούν καταλυτικά οι στιγμές. Όχι βέβαια για να δικαιολογήσουν τίποτε αφελώς στρατευμένες πένες και προσεγγίσεις, που δεν αξίζουν ούτε το χαρτί που γράφτηκαν, ούτε τον εφήμερο χώρο που καταλαμβάνουν στην οθόνη ενός netbook. Αλλά για να καταστήσουν σαφή την ανάγκη: Να καρφώνονται οι λέξεις. Σαν τις πρόκες. (Να κρίνουμε, άλλωστε, για να κριθούμε.) Η προφορικότητα, η σωματική απεύθυνση αλλά και η απόδοση, εντέλει, στον άλλον της συμπαγούς και σταθερής ιδιότητας ενός «τοίχου», καθώς και η από μέρους του ανάληψη της ευθύνης να κουβαλήσει τα λόγια-μας που καρφώσαμε μέσα-του (φανταστείτε, παρακαλώ, στο σημείο αυτό ως αυτονόητη συνθήκη και μια διαρκή εναλλαγή στους ρόλους του εγώ και του άλλου) – όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν, πράγματι, έναν βαθμό στράτευσης. Μην πάει ο νους σας αναγκαστικά στις πολιτικο-ιδεολογικές στρατεύσεις αλλοτινών καιρών. Ελλοχεύει, εκτός των άλλων, και εκείνο το πονηρό δίδυμο, το ιστορία-φάρσα…

Εδώ θα αρκούσε, όπως επισημάνθηκε ήδη στο σχετικό κείμενο του πρώτου τεύχους του [φρμκ], το στοιχειώδες (δεν είναι άραγε πάντα η στράτευση υπέρ του στοιχειώδους αυτή που, εντέλει, δικαιώνεται;): να εκφέρω το ποίημα με πρόθεση να το καρφώσω, να μην το αντιμετωπίζω, δηλαδή, εγώ ο ποιητής, ως πτητικό και αναλώσιμο. Να προϋποθέτω τον άλλον ως αποδέκτη των λόγων μου, με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Να υποδέχομαι κι εγώ με τη σειρά μου τις λέξεις του άλλου όπως ο τοίχος τις πρόκες – αμφίπλευρη ανάληψη ευθύνης για μια (κοινή) συνέχεια.

Ιδού, λοιπόν, ποια σχέση μπορεί να έχει το ποίημα αυτό, που υπερασπίζεται, εμμέσως πλην σαφώς, έστω και εξαιτίας των εξαιρετικών συνθηκών που δημιουργεί η καταπίεση μιας στρατιωτικής δικτατορίας, μια μορφή στρατευμένης τέχνης, με το εγκώμιο της προφορικότητας εν καιρώ κρίσης. Μήπως όμως, υπό το πρόσχημα της προφορικότητας, επιχειρώ να μπάσω από την πίσω πόρτα την πολιτική ποίηση στην πιο «στρατευμένη» εκδοχή της; Όχι. Όχι ακριβώς. Πρόκειται μάλλον για μια κάπως κυριολεκτική ανάγκη να καρφωθούν οι λέξεις για να σταθεροποιηθούν και να μην παρασυρθούν από τον άνεμο, το τσουνάμι που τείνει να γίνει ο καθημερινός βιοτικός μας ορίζοντας.

Όχι, λάθος (ακούω, και πάλι, άθελά μου, ενώ γράφω, τη φωνή του Αναγνωστάκη να λέει «λλλάθος» με ένα χορταστικό, βαρύ κι ασήκωτο «λ»…)· ο θόρυβος της κρίσης πάει να σκεπάσει εδώ την επίγνωση ότι ήδη πριν την κρίση, ήδη με τις ραγδαίες εξελίξεις ενός πολιτισμού που, λίγο με την κυριαρχία της εικόνας, λίγο με την επικράτηση του life style, λίγο με την κρίση του νοήματος, λίγο με τον καταιγισμό της παγκοσμιοποίησης και της νέας τεχνολογίας, οδηγούσε τα λόγια και την τέχνη τους, την ποίηση, σε μια ρευστοποίηση, σε μια φοβιστικά γρήγορη και διαρκή ροή. Η κρίση, τώρα, με τη δίνη που προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί, έβαλε, στην πραγματικότητα, ακόμα μεγαλύτερες βιοτικές και υπαρξιακές ενότητες σε ακόμα πιο ιλιγγιώδη κίνηση και ρευστότητα σε σχέση με ό,τι συνέβαινε ήδη. Στην εποχή μας το κείμενο πολλαπλασιάζεται εκρηκτικά και ταυτόχρονα αποσχηματίζεται. Μαζί του αφανίζεται και η ασφάλεια του «τοίχου»: το σταθερό υλικό, το χαρτί, το σταθερό πολιτισμικό/βιοτικό πλαίσιο, η σταθερή ανθρώπινη κοινότητα. Το ζήτημα της προφορικότητας είχε λοιπόν αρχίσει να τίθεται με όρους μιας κάποιας επιστροφής σε κάτι περισσότερο σωματικό και στοιχειώδες ήδη ως αντίδραση σε αυτήν τη νέα, την προ-κρίσεως-κατάσταση. Μένει να δούμε αν και τι επέτεινε, σχετικά με το θέμα αυτό, η κρίση.

Είμαι βέβαιη ότι, καθώς διαβάζετε, σκέφτεστε τώρα δα: κι εμείς, οι για-διάφορους-λόγους-θυμωμένοι αυτής της εποχής, θέλουμε κι εμείς λόγια να καρφώνονται σαν πρόκες. Κάπου στο βάθος κάποια καλώδια ενώνονται, κάποια υπόγεια ρεύματα συναντιούνται. Η δική μου ανάγκη για «κάρφωμα των λέξεων» ήταν, πάντως, πρωτίστως ανάγκη μιας εποχής που, όπως είπα, προηγήθηκε της κρίσης. Η κρίση με βοήθησε να το συνειδητοποιήσω καθαρότερα και μου έδωσε το θάρρος να το εκφράσω («Ε ναι λοιπόν…»). Πέταξε το καπάκι από μια κατσαρόλα που είχε ήδη αρχίσει να κοχλάζει. Από κάτω.

Κι ενώ αποτελεί κοινό τόπο όλων των «αντιμαχόμενων» παρατάξεων αλλά και των χιλιάδων «αμάχων» που, έντρομοι ή απλώς άναυδοι, παρακολουθούν τον κόσμο τους να χάνεται βιώνοντας αυτήν την πολεμικών διαστάσεων καμπύλωση του χρόνου, που έφτασε να χωρά μέσα σε λίγους μήνες όσα υπό «κανονικές» συνθήκες συμβαίνουν σε ορίζοντα πολλών δεκαετιών, η ποιήτρια κι ο ποιητής ψάχνουν εναγωνίως όχι μόνο τις σωστές λέξεις για να τις καρφώσουν, αλλά και τον τοίχο. Διότι δεν φτάνει να είναι κανείς ικανός στη σφυρηλάτηση των κατάλληλων στίχων, από καλό μέταλλο και με αιχμηρότητα περισσή: πρέπει να υπάρχει κι ο τοίχος. Πράγμα ακόμη πιο δύσκολο όταν ο χωροχρόνος μεταβάλλεται εν ριπή οφθαλμού. Όσο για τις κοινότητες: εδώ η κρίση ανακατεύει με τρόπο ενδιαφέροντα την τράπουλα, ιδίως στην εποχή των social media. Σε μιαν ιδιότυπη, virtual κυριολεξία, οι άνθρωποι επανεντάσσονται σε κοινότητες, αποκτώντας, μάλιστα, «τοίχους»! Στρέφεται κανείς αναπόφευκτα και πάλι στο στοιχειώδες που διαθέτει: σώμα, φωνή, δικά μου και του άλλου. Ο κάθε συνομιλητής-ακροατής-αναγνώστης της ποίησης (αλλά κι ο κάθε «φίλος» στο fb) γίνεται τοίχος για τις ενσώματες λέξεις-καρφιά που απαγγέλλονται, θέτοντας σε μιαν ανεπαίσθητη, εφήμερη ίσως, πρωτοκαθεδρία το σώμα και τη φωνή του απαγγέλλοντος σε σχέση με το γραπτό, το καθαυτό «κείμενο». To δε facebook ανακατεύει, κι αυτό με τη σειρά του, την τράπουλα, επιτρέποντας μια νέα συνύπαρξη γραπτού-προφορικού-εικόνας και των αντίστοιχων «καρφωμάτων». Επισημαίνεται κι εδώ η αρχή άλλης μιας συναφούς πλην διαφορετικής στη στόχευσή της συζήτησης. Επανέρχομαι εκ νέου συνοψίζοντας:

Η ανάδυση μιας ποίησης όχι απαραίτητα πολιτικής με την παραδοσιακή έννοια, αλλά με πολιτική λειτουργία, μιας και θέτει για δικούς της, υπαρξιακούς λόγους, επιτακτικά το ζήτημα του καρφώματος των λέξεων· το «κάρφωμα των λέξεων» ως στάση σωματική και αξιακή, ως φωνή και ως κείμενο, που λειτουργεί εκ των πραγμάτων ως αντίσταση στην παντοκρατορία του εφήμερου και του αναλώσιμου· η ανάγκη, τέλος, ενός τουλάχιστον ακόμα σώματος, ενός partner, ενός συντρόφου διατεθειμένου να δεχτεί τα λόγια-καρφιά στο σώμα του ως «τοίχος», να διαβάσει, να ακούσει, να ανακλάσει με τον δικό του τρόπο το ποίημα, περιγράφει τη νέα συνθήκη μέσα στην οποία γράφεται και εκφέρεται, με το στόμα και το σώμα, η παλιά-νέα ποίηση, σε καιρό κρίσης.

Όσο, τώρα, για τους στίχους του Peter Huchel, ελπίζω να μου δοθεί η ευκαιρία να συνεχίσω την ανάπτυξη του σχετικού προβληματισμού σε ένα επόμενο τεύχος του [φρμκ].

1 Στίχοι από το ποίημα του Πέτερ Χούχελ «Ο κήπος του Θεόφραστου» σε δική μου μετάφραση. Δημοσιεύτηκε, μαζί με δώδεκα ακόμη ποιήματα του ίδιου, στο περιοδικό Ποίηση, τχ. 15, άνοιξη-καλοκαίρι 2000.

2 Στο σημείο αυτό θα άξιζε να παραβληθεί το ποίημα του Σέημους Χήνυ «Του Γιώργου Σεφέρη στον Κάτω Κόσμο» σε μετάφραση Χάρη Βλαβιανού, καθώς και τα σχόλια του ΧΒ που το συνοδεύουν, με θέμα την ευγενική επιτίμηση του Σεφέρη εκ μέρους του Χήνυ για τους δισταγμούς του πρώτου να εκφράσει ρητά την αντίθεσή του στη χούντα. Βλ. περιοδικό Ποιητική, τχ. 12, φθινόπωρο-χειμώνας 2013.

3 Τα Ποιήματα 1941-1971, Αθήνα, Νεφέλη, 2000.

 

About frmk poetry

Φάρμακο | Εξαμηνιαίο περιοδικό για την διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου Κυκλοφορεί! Στα βιβλιοπωλεία και σε επιλεγμένους χώρους τέχνης δύο φορες τον χρόνο.
%d bloggers like this: