Συζήτηση [φρμκ]Ι / Τα κριτήρια του διαλόγου

Εγκαινιάζουμε ξεκινώντας από το παρόν τεύχος, έναν γραπτό διάλογο για θέματα ποιητικής, για τη σχέση της ποίησης με τον δημόσιο χώρο, για τα ζητήματα της καλλιτεχνικής μορφής και των αισθητικών κριτηρίων και για ποικίλα άλλα ερωτήματα, αναζητώντας περισσότερο τις αστάθειες παρά μια ορισμένη συναίνεση, αναγνωρίζοντας τις διαφορετικές κατευθύνσεις στην προσέγγιση, υπονομεύοντας συχνά το ίδιο το πλαίσιο που έχει τεθεί. Ελπίζουμε αυτός ο διάλογος να δίνει αφορμές και εναύσματα για ευρύτερη, ελεύθερη και επίκαιρη συζήτηση για την ποίηση και την υπόσταση του ποιητικού λόγου.

Με ποια κριτήρια ορίζουμε σήμερα την ποιητικότητα ενός κειμένου; Ποια είναι η κυρίαρχη αντίληψη για την ποίηση στην Ελλάδα σήμερα, όπως αυτή διαμορφώνεται από κριτικούς, βραβεία, προβεβλημένους ποιητές; Γίνεται επαρκής διάλογος για την ποίηση; Συμφωνείτε πως η πλειονότητα των αναγνωστών αλλά και πολλοί κριτικοί και ποιητές μοιάζουν να είναι εγκλωβισμένοι σε μια ιμπρεσιονιστική-νεορομαντική χρήση της γλώσσας και της εμπειρίας; Και αν ναι, γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;

Παναγιώτης Ιωαννίδης

Ζητώ απ’ το ποίημα –σημερινό ή οσοδήποτε παλιό– ό,τι δεν μπορούν να μου δώσουν τα άλλα είδη του λόγου. Απλοποιώντας, θα έλεγα ότι αναμένω από το ποίημα να είναι συμβάν: να μη χρησιμοποιεί απλώς τη γλώσσα για να περιγράψει (εικόνες, σκέψεις ή αισθήματα), αλλά να τη χειρίζεται αξιοποιώντας όλες τις ιδιότητές της (μένοντας σε δύο από αυτές που αποφεύγει ο πεζός λόγος ή που δεν του είναι απαραίτητες: τη μουσικότητα –φθόγγους και ρυθμό– και τη δυνατότητα γραμματικών και συντακτικών παρεκκλίσεων), ώστε η πρόσληψή του να γεννά εμπειρία, αντί μόνο να την αποτυπώνει (οσοδήποτε «ωραία» ή ευρηματικά). Δεν πιστεύω –και αυτό μού δείχνει η ιστορία– πως είναι εφικτός ο προσδιορισμός αξιολογικών κριτηρίων για την τέχνη που να ικανοποιούν όλους μας σε κάθε περίοδο της ζωής μας και σε κάθε ιστορική εποχή. Θεωρώ όμως απαραίτητο όποιος επιχειρεί να αξιολογήσει ένα ποίημα, να τεκμηριώνει την κρίση του με σαφήνεια, βάσει των δικών του κριτηρίων. Πριν προχωρήσω, θέλω να καταγράψω δύο αισθήσεις μου: i) η ανεξάρτητη, καταρτισμένη, πληροφορημένη και τεκμηριωμένη κριτική δεν είναι όσο συχνή θα επιθυμούσα, ii) παρόμοιες ελλείψεις παρατηρώ ενίοτε και μεταξύ των «προβεβλημένων» ποιητ(ρι)ών. Στον βαθμό που αυτά αληθεύουν, θεωρώ αναμενόμενο η «κυρίαρχη αντίληψη για την ποίηση στην Ελλάδα σήμερα» να μη διαμορφώνεται επαρκώς από τη μελέτη της ποίησης ως τέχνης. Όσον αφορά τον «διάλογο για την ποίηση», διαπιστώνω ότι έργα που κατά τη γνώμη μου θα άξιζε να συζητηθούν ευρέως, εκτενώς και, κυρίως, με σοβαρότητα (βάσει όσων προανέφερα) δεν έχουν τέτοια τύχη. Παρότι οι προαναφερθείσες αδυναμίες δεν μπορούν να εγγυηθούν την αξία ενός τέτοιου διαλόγου, μπορούμε, ωστόσο, να ελπίζουμε ότι οι όροι διεξαγωγής του είναι εφικτό να μεταβληθούν. Κατέγραψα ήδη την εντύπωσή μου για την πλειονότητα των κριτικών και των προβεβλημένων ποιητ(ρι)ών – δεν διαθέτω τα απαραίτητα στοιχεία ειδικής έρευνας για τις απόψεις των αναγνωστ(ρι)ών. Αν η ερώτηση αναφέρεται στη «χρήση της γλώσσας και της εμπειρίας» στα ποιητικά έργα, δεν βρίσκω κάτι το ιδιαζόντως μεμπτό στον ιμπρεσιονισμό ή τον νεορομαντισμό: όταν υπάρχει ταλέντο και επιτελείται σοβαρή εργασία, κάθε ρεύμα μπορεί να αποδώσει σημαντικούς καρπούς. Αν, ωστόσο, αναφέρεται στη «χρήση της γλώσσας και της εμπειρίας» από την κριτική, φρονώ ότι οι προσεγγίσεις αυτές δεν είναι σε θέση να φωτίσουν ικανοποιητικώς –εδώ και πολλές δεκαετίες– όλες τις πλευρές καμιάς τέχνης.

Φοίβη Γιαννίση

Ας αρχίσω με ένα ερώτημα:

Εν τέλει την ερώτηση αυτή την απαντάμε με τον ίδιο τρόπο ως αναγνώστες και ως ποιητές; Εκείνο που βρίσκω ωραίο σε ένα ποίημα ως αναγνώστρια, που κάθε φορά είναι διαφορετικό και σε διαφορετική τάξη/είδος/κατηγορία, είναι αυτό που προσπαθώ να γράψω; Μήπως τα δύο εγώ ακολουθούν τους δικούς τους ασύμπτωτους δρόμους; Ξεκινώντας να μιλώ από το μισό μου της ποιήτριας, θα έλεγα πως η ποίηση αφού ανήκει στη γενική κατηγορία της τέχνης είναι μια έρευνα και σε αυτό είμαι αρκετά φορμαλίστρια (Ρωσίδα φορμαλίστρια). Δηλαδή ποιο είναι το ίδιον της ποιήσεως; Είναι η γλώσσα και άρα η ποίηση είναι μία έρευνα μέσα από τη γλώσσα και προς τη γλώσσα και για τη γλώσσα.

Προσθέτω, για να το κάνω ακόμα πιο πολύπλοκο, πως σήμερα η γλώσσα διαπερνάται από τα διαφορετικά νέα μέσα που συνδυάζουν ήχο και εικόνα, αρχείο και συγχρονικότητα, ανάγνωση και παρακολούθηση και ακρόαση και άρα η γλώσσα σήμερα ίσως πρέπει να θεωρηθεί με όλα αυτά μαζί.

Όσον αφορά τη γλωσσική έρευνα, διαφοροποιούμαι λίγο σε σχέση με τους φορμαλιστές, σημειώνοντας πως αυτή, το γράψιμο, για μένα δεν γίνεται έχοντας ως στόχο το (σύμφωνα με τον Σκλόφσκι) ξάφνισμα του αναγνώστη, δηλαδή την «ανοικείωσή» του. Γιατί τότε θα ήταν απλή μηχανική κατασκευή βασισμένη σε γλωσσικούς νόμους που θα μπορούσε κάποιος να βάλει μπρος σαν τη μηχανή του κιμά ή σαν ένα λογισμικό, αν και λέγοντας αυτό καθόλου δεν αποκλείω πως μια μηχανική κατασκευή μπορεί κάποιες φορές να αποτελέσει ποίηση.

Συμπληρώνω από το μισό μου της αναγνώστριας πως όταν διαβάζω επιθυμώ να βρω μόνο την ομορφιά, να με ταρακουνήσει και να ξυπνήσω αλλιώς, επιθυμώ τη λειτουργία του ονείρου, να κάτι που δεν λέει τίποτα και τα λέει όλα. Επιθυμώ το κείμενο να μου αλλάξει την αίσθησή μου του κόσμου. Και του εαυτού μου μέσα του.

Κατερίνα Ηλιοπούλου

Μπροστά στην ιλιγγιώδη παραγωγή αλλά και την εξαιρετική πολυμορφία των ποιητικών τρόπων, που είναι και τα δύο σημεία της εποχής μας, είναι κρίσιμο να μην παραιτηθούμε από τη διαμόρφωση κριτηρίων με τα οποία προσεγγίζουμε τα ποιητικά έργα. Όσο γίνεται πιο συνοπτικά στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης θα έλεγα ότι μεγάλο μέρος της ποιητικής παραγωγής αλλά και του μέσου όρου των αναγνωστών (πολλές φορές και των κριτικών) παραμένουν προσκολλημένοι σε μιαν αντίληψη του ποιητικού που δεν είναι απλά παρωχημένη, αλλά σχεδόν ποτέ δεν υπήρξε αναγνωρισμένη ως ποίηση. Αυτή η αντίληψη βασίζεται σε δύο κεντρικές παρεξηγήσεις: Την παρεξήγηση της «έκφρασης» και την παρεξήγηση της ποιητικότητας στη γλώσσα. Η ποίηση δεν εκφράζει τα συναισθήματα ή τα γεγονότα της ζωής του γράφοντος, γιατί η ίδια η αφετηρία της είναι βαθιά διαφορετική. Όπως κάθε καλλιτεχνική πράξη του ανθρώπου δεν προϋποθέτει κάτι δεδομένο αλλά κινείται σε αναζήτηση του νοήματος και το δημιουργεί με υλικό της τη γλώσσα την οποία ελευθερώνει από τις μονοσήμαντες χρήσεις της. Ενσωματώνει τα φιλοσοφικά ερωτήματα και τα αδιέξοδα της σκέψης, κινείται υδραργυρικά πέρα από την ιδέα των απολύτων, ενώνει παράδοξα τη φωνή που κάνει δηλώσεις με το υποκείμενο της αμφιβολίας και της ανατροπής των βεβαιοτήτων, μέσα στο οικείο αφουγκράζεται τον παλμό του ανοίκειου. Η ποίηση είναι ριζωμένη στη μετάβαση και η γλώσσα της ποίησης είναι μεταβατική. Η μετάβαση πραγματοποιείται με διάφορους γλωσσικούς μηχανισμούς: την ταλάντευση (αμφισημία), τη δόνηση (συγκίνηση), τη μετακίνηση (μεταφορά). Μόνον η κίνηση εμπεριέχει την άφιξη σε κάτι. Η κίνηση προοιωνίζεται τη συνάντηση, το σημείο σύνδεσης που θα ενεργοποιήσει τη δυνατότητα να είμαι εδώ ή να γίνω κάτι άλλο. Διαφορετικά μιλάμε για διακοσμητικό λόγο που είτε θωπεύει τις βεβαιότητες του αναγνώστη είτε τον εκβιάζει (συναισθηματικά και πνευματικά) και καθίσταται ανενεργός ως πράξη επικοινωνίας. Το να διακρίνουμε με αυτούς τους όρους τις ποιητικές εργασίες που κατατίθενται σήμερα είναι, ανάμεσα σε ανθρώπους που η γραφή αποτελεί γι’ αυτούς όχι απλά ένα πολιτιστικό προϊόν αλλά την κεντρική δραστηριότητα της ζωής τους, αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της δράσης.

Βασίλης Αμανατίδης

Η ποίηση συμπεριλαμβάνει τον ποιητικό λόγο, αλλά δεν ισούται με αυτόν. Υπάρχει σε όλες τις τέχνες – στις εικαστικές, στο σινεμά κ.ο.κ. Μα όπως δεν υπάρχει σε όλα τα έργα, π.χ., ζωγραφικής ποίηση, έτσι δεν είναι και όλα τα ποιήματα ποίηση. Ποίηση είναι η ρωγμή, η δίοδος αποκάλυψης, είναι η συμπύκνωση, μετωνυμία και μεταμόρφωση –με τη χρήση του λόγου αλλά και με εξωλεκτικές γλώσσες– της εσωτερικής ζωής και του ψυχικού κόσμου. Τούτο δεν έχει καμία σχέση με την ωραιοπαθή γλαφυρότητα και τη συμβατικώς εννοούμενη «ποιητικότητα». Περιορίζοντας τη συζήτηση στην ποίηση ως τέχνη του λόγου: Νομίζω πως καλό ποίημα είναι εκείνο που μέσα από τη γλώσσα προσπαθεί να υπερβεί τη γλώσσα. Που εφευρίσκει έναν νέο Λόγο για να υπάρχει γλώσσα. Που αναβιβάζει τη γλώσσα πάνω από το καθημερινό. Ποίηση είναι η ανάσταση του τετριμμένου λόγου. Αυτό η ποίηση το κάνει κυρίως με τον ήχο και με το συντακτικό – γι’ αυτό και είναι καλύτερη όταν έχει ως οδηγό της τη μουσική. Στην ποίηση, το νόημα και οι ιδέες επικυρώνονται από τον ήχο και τον αμείλικτης ακρίβειας (επανα)συσχετισμό των λέξεων. Η ποίηση στην Ελλάδα πλέον είναι πλούσια σε βιταμίνες, υπάρχει κάτι για τον καθένα. Ωστόσο, η κυρίαρχη αντίληψη για την ποίηση έχει ακόμη πολύ κεφαλαίο το «π», επιζητά μονοσήμαντες καταγωγικές ολότητες, απεύχεται τις προσμείξεις και τις επιμειξίες. Εν μέρει ευθύνεται η αμφίθυμη προγονοπληξία μας. Η γλώσσα και ο τόπος μάς έχουν επιφορτίσει με σπουδαίους και πολύ απόμακρους «γονείς». Μέσα από αυτούς καθρεφτιζόμαστε στα μάτια των άλλων (προπάντων στα μάτια των «ξένων», που προπάντων μας αναγνωρίζουν για το αρχαίο ποιητικό παρελθόν και τον Καβάφη, ίσως και για τα άξια μα στερεοτυπικά μας Νομπέλ). Εμείς όμως δεν πολυγνωρίζουμε το παρελθόν στο οποίο αγαπούμε να αναγόμαστε. Κατανοητό: Συγκρινόμενοι ό,τι κι αν κάνουμε δεν μοιάζει αρκετό. Στο βάθος είμαστε γεμάτοι ασυνέχειες, υπερέξαρση συναισθήματος, μανικές χαρές, μανικές θλίψεις. Κατά βάση είμαστε μάλλον περισσότερο, π.χ., Σαχτούρης παρά Ελύτης. Μα τούτο το φοβόμαστε, γι’ αυτό και φορούμε είτε ιμάτια σοβαροφανή είτε τα φωτεινά ελυτικά καλά μας. Κάτι που συχνά μάς καθιστά λοξά ποιητικά πρόσωπα – βυθισμένα σε μιαν άρνηση μπεκετικού τύπου. Η συζήτηση που διεξάγουμε για το καθετί είναι, λοιπόν, ταυτόχρονοι μονόλογοι πάνω σε μια κυρίως απουσία που βαφτίζουμε ως τέλεια παρουσία. Όταν αναγνωρίσουμε συλλογικά την αξία της απουσίας, όταν αποδεχτούμε το οικείο ελληνικό ως ανοίκειο ξενικό, η συζήτηση θα αλλάξει. Τότε ίσως το παλαιό απόμακρο ξαναγίνει κοντινό. Έως τότε δυστυχώς θα αντιμετωπίζουμε ως απόμακρα και ξένα τα επιτεύγματα της σύγχρονης Ελλάδας.

Ορφέας Απέργης

Η ποίηση είναι άσκηση ελευθερίας επί χάρτου. Είναι η ελευθερία στο πεδίο της γλώσσας και η συνείδηση της γλώσσας που σιγοψιθυρίζει ακόμα και εκεί που φωνασκεί και ασκείται η γλωσσική χρήση και η χρηστική πράξη αυτής – όμως είναι επί χάρτου, λογοτεχνία προφορική αλλά επί χάρτου. Γίνεται αυτό; Μπορεί η πιο προφορική, μουσική, ελεύθερη εκδοχή της γλώσσας να είναι αυστηρά επί χάρτου; Επιμένω σε αυτό γιατί αυτό το χαρτί, το χαρτάριον, δηλαδή ο μικρός χάρτης, από τα χωρισμένα με προσοχή φύλλα του παπύρου, ορίζει και τη μικρότητα, την τραγική μοίρα της ποιήσεως, οπού αυτή είναι σαν το παιδί που βλέπει αλλιώτικα, με χαροπότητα, με τα αστραφτερά μάτια μιας Θεοκρίτειας νεότητος. Αυτό το μικρό παιδάριον είναι η ποίηση, που ελευθεριάζει και βλέπει λαίμαργα και κτητικά και ανήκει σε όλες του τις αισθήσεις, αλλά, και πάλι αλλά –ου μην αλλά–, είναι αυτό το μικρό παιδί ανίκανο, δεν μπορεί να σπείρει, δεν μπορεί να θερίσει, άλλοι το τρέφουνε, σιτίζεται από τον οικογενειακό δήμο, οικόσιτο ζει αλλά μονάχα αυτό μπορεί, και είναι, το μέλλον, καίτοι τώρα, εδώ εξαρτημένο εξαντλητικά από συμφωνίες δημοσίας πράξεως. Άρα η ποίηση είναι το ανήμπορο μέλλον, ανήμπορο γιατί βρίσκεται ακόμα στο παρόν, οπού αυτό το παρόν μοιραία το εξασθενίζει. Κι όμως λέει το μικρό παιδί της ποιήσεως, λέγει αυτό «η δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται», δηλαδή είμαι εδώ τώρα ασθενικό, αλλά αυτή η ασθένεια η τωρινή είναι η μελλοντική μου δύναμη. Γι’ αυτό κι ο Βωδελαίρος παρουσιάζει την ποίηση –και όχι όπως ένιοι νομίζουνε τον ποιητή– ωσάν το γλαροπούλι του ωκεανού, το αλμπατρόςς, με τα δυο του τα «ς» σαν δυο φτερά, αδέξια και ανίκανα και υπερμεγέθη για να χρησιμέψουνε πάνω στα πλοιάρια της τώρα. Αυτά τα φτερά με τις ακαθαρσίες του ουράνιου πεδίου –γιατί δεν είναι ο παράδεισος καθαρός, παρά εμείς είμαστε, που τον ζηλεύουμε μέσα στη στειρότητά μας– αυτά τα φτερά τα μουτζουρωμένα είναι το χαρτί με τα μολύβια τα κολλυβογράμματα. Αυτά είναι το επίπονο παιχνίδισμα το επί χάρτου. Αυτά είναι η υπόσχεση αλλά και η υπόμνηση της ελευθερίας οπού τώρα δεν βρίσκεται. Αυτά τα φτερά είναι τα «χαρτά» του Ευριπίδη, οι μικροχαρές που μεγαλώνουνε μελλούμενες ωσάν επίθετο ρηματικό του «χαίρω». Έτσι ορίζω την ποιητικότητα που με ορίζει, σαν ελευθερία μελλούμενη, κλεισμένη και τρεφόμενη στο σπίτι του παρόντος. Αυτά ήταν τα κριτήριά της και άλλοτε και πάντοτε, και η κυρίαρχη αντίληψη εδώ, και η διαμόρφωση και η επάρκεια είναι οι κακές ετεροθαλείς παστρικές αδερφές εκεί που η ποίηση καθαρίζει κάθε μέρα το σπίτι κι έτσι λερώνεται, εν ω λυτρώνει μελλούμενη.

Γιάννα Μπούκοβα

Πιστεύω ότι από τις αρχές του 20ού αιώνα (δείγματα υπήρχαν και νωρίτερα, αλλά σε γενικές γραμμές εκεί είναι το χρονολογικό σημείο της στροφής) έγινε μια μετατόπιση από την ποίηση της περιγραφικότητας, της ρητορικής και του συναισθήματος προς την ποίηση της σκέψης. Εννοώ τη σκέψη σε μια ιδιαίτερη μορφή της: μη-γραμμική, μη-αιτιοκρατική και πολυσθενή, ικανή να εμπεριέχει χωρίς σύγκρουση προσεγγίσεις σε όλο το φάσμα από τη νοηματική κατασκευή μέχρι το παράλογο, από την ανάλυση μέχρι την υποβολή και το παιχνίδι, και από το αρχετυπικό μέχρι το άκρως ιδιωτικό και ξεχωριστό, κάθε φορά με διαφορετικούς συνδυασμούς και ισορροπίες. Θα περιέγραφα αυτήν την ποίηση ως έκρηξη νοήματος: αναγνωρίσιμου αλλά μη διατυπωμένου, ρευστού, απροσδιόριστου (με τη έννοια του Χάιζενμπεργκ), που δεν υπάγεται σε κανένα σύστημα γνώσης και δεν «μεταφράζεται» σε καμία άλλη μορφή λόγου. Μια στιγμή ολότητας που λειτουργεί μόνο στη συνάντηση και εξαρτάται σε μέγιστο βαθμό από την οπτική γωνία και τη συμμετοχή του αναγνώστη. Και που εκπληρώνεται στην έκπληξη και την ανακάλυψη.

Έναν αιώνα αργότερα, αυτή η ποίηση της συμπύκνωσης και της αφαίρεσης δημιουργεί ακόμα δυσκολίες στην προσέγγιση. Δεν μπορεί να καταταχτεί στη σφαίρα της απόλαυσης επειδή απαιτεί από τον αναγνώστη ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό εγρήγορσης και γνώσης. Αρνείται να χωρέσει στο κομμάτι του συναισθηματικού που είναι και ο μόνος χώρος που η ορθολογική σκέψη αφήνει στην ποίηση. Παράγει πλέγμα μηνυμάτων και όχι το ένα και ξεκάθαρο μήνυμα που θα μπορούσε να της διασφαλίσει τη χρησιμότητα για κάποιο κοινωνικό ή ιδεολογικό σκοπό. Ως τέτοια είναι αδύνατο να διδαχτεί στα σχολεία, εκτός αν δεν διαστρεβλωθεί για να υποταχθεί σε μια μονοσήμαντη ερμηνεία. Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού νιώθει άβολα μπροστά της και ένα διόλου μικρό κομμάτι των κριτικών και φιλολόγων ποτέ δεν την αγάπησε, ούτε έμαθε να τη διαβάζει και να την κατανοεί. Ο παράξενος νεοσυντηρητισμός που εμφανίστηκε στην ελληνική λογοτεχνική ζωή τα τελευταία χρόνια βρίσκει μόνο την αφορμή του και όχι την αιτία του στην Κρίση. Είναι σαν να υπήρχε από καιρό μια υποβόσκουσα νοσταλγία προς παλαιότερες μορφές ποίησης που δεν θα δημιουργούσαν τις «δυσκολίες» που ανάφερα. Όλο και περισσότερη ποίηση γράφεται και σχολιάζεται, σαν οι Έλληνες ποιητές του 20ού αιώνα να μην υπήρξαν ποτέ. Τελικά πολλά που θεωρούσαμε κεκτημένα στην ποίηση αποδεικνύονται ούτε κεκτημένα ούτε αυτονόητα. Αυτό δεν είναι οπωσδήποτε κάτι κακό. Η επαναπροσδιορισμός τους, η υπεράσπισή τους και η διεύρυνσή τους θα μπορούσαν να είναι πολύ αναζωογονητικό στοίχημα.

Θοδωρής Χιώτης

Οι παράμετροι οι οποίοι καθιστούν ένα κείμενο «ποιητικό» κουβαλούν φορτίο συνδηλώσεων που συχνά δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμες και εντοπίσιμες. Δεν είμαι σίγουρος αν μπορεί να συγκροτηθεί μια λίστα, μια οριστική φόρμουλα η οποία θα μας δώσει ακριβή εικόνα και ορισμό του τι ακριβώς είναι ένα ποίημα. Ο διαχωρισμός στη διατύπωση της ερώτησης (ποιητικό και μη-ποιητικό) παραπέμπει σε μια αναγνωστική διαδικασία μέσω της οποίας συνδέουμε τις αλλαγές τις οποίες βιώνουμε τόσο στο θυμικό όσο και στο ίδιο μας το σώμα μέσω της γλώσσας. Και νομίζω σε ένα ποιητικό κείμενο αναζητούμε την ιχνογράφηση αυτών των αλλαγών, αυτών των μεταβολών – ένα ποιητικό κείμενο μας δίνει μια ιδέα για το ποιοι (μπορεί να) είμαστε, για το πώς αλλάζουμε μέσα στον χρόνο. Ακόμη θυμάμαι την πρώτη φορά που διάβασα τους τελευταίους στίχους από «Το φως» από την Κίχλη του Σεφέρη:

και είσαι

σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά

τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,

γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών

θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο

θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας

πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.

Το ποίημα συνεχίζει να με εκπλήσσει με τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνει τις διεργασίες αναγνώρισης της πραγματικότητας σε ένα σύνολο που δεν έχει υπάρξει ποτέ ξανά με αυτήν τη μορφή. Το απόσπασμα από την Κίχλη χαρτογραφεί και εντυπώνει τη συνδιαλλαγή ανάμεσα στον ήχο των λέξεων όταν αυτές αρθρώνονται, τη διαδικασία σχηματισμού νοήματος και της σιωπής. Η ποιητική χειρονομία πηγαίνει πέρα από την ανάγκη έκφρασης προς τη δημιουργία μιας ιδιολέκτου που βρίσκει μιαν άλλη γλώσσα μέσα στη γλώσσα. H ποιητικότητα ενός κειμένου μάς φέρνει σε μια συχνά βίαιη συνάντηση, και συχνά εμπλοκή, με μια διαφορετική χρήση της γλώσσας και με έναν διαφορετικό τρόπο αντίληψης του κόσμου. Το ποίημα σε αυτήν την περίπτωση μοιάζει να λειτουργεί και ως ένα επιπλέον εργαλείο στον πεπερασμένο τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, ένα εγχείρημα στο πραγματικό.


Πώς απαντάμε στο αίτημα για ποίηση με κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο που να αντανακλά τις τρέχουσες εξελίξεις; Τι ρόλο παίζει η δημοσιογραφία –και γενικότερα ο Τύπος– στην ανάδειξη της ποίησης; Συχνά διατυπώνεται η άποψη (όχι μόνο στην Ελλάδα) ότι η σύγχρονη ποίηση έχει απομακρυνθεί από το κοινό. Φταίει η ποίηση γι’ αυτό; Οι ποιητές; Μήπως απλά, όπως έχει γραφτεί, «η ποίηση πρέπει να μιλά στις ψυχές των ανθρώπων;» ή, όπως διατυπώθηκε δημόσια στην Αγγλία από τον δημοφιλή δημοσιογράφο και μέλος της επιτροπής για τα βραβεία Forward, Jeremy Paxman, «να σχετίζεται (η ποίηση) με τους απλούς ανθρώπους (ordinary people)»;

Παναγιώτης Ιωαννίδης

Αιτήματα οποιασδήποτε εξωτερικής προελεύσεως για οποιοδήποτε περιεχόμενο στην ποίηση δεν είναι δυνατόν να λαμβάνονται υπ’ όψιν από οποιαδήποτε σοβαρή ποιήτρια. Το περιεχόμενο των έργων της –που οφείλει να καταλήγει αδιαχώριστο από τη μορφή τους– ορίζεται αποκλειστικά από την ίδια. Βεβαίως, είναι δυνατόν να συγκαθορίζεται και από τις πολιτικές θέσεις της, όπως και από τις απόψεις της για τις «τρέχουσες εξελίξεις», από πολύ έως καθόλου – χωρίς, φυσικά, η ποσόστωση αυτή να έχει την παραμικρή επιρροή στην ποιητική αξία των έργων της. Αν ο λογοτεχνικός Τύπος, όπως αυτός συνδιαμορφώνεται από εκδότες, ποιητές και κριτικούς, πάσχει από όσα ανέφερα απαντώντας στην πρώτη ερώτηση, είναι αναμενόμενο να μην υγιαίνει σε αυτόν τον τομέα ούτε και ο μη ειδικός Τύπος, τον οποίο υπηρετούν οι δημοσιογράφοι. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η –πλην εξαιρέσεων, ως συνήθως– μάλλον πλημμελής δημοσιογραφική κατάρτιση και δεοντολογία, η επιπολαιότητα και το αγωνιώδες κυνήγι του καινοφανούς (ανανεώσιμου κατά διαστήματα άσχετα με την αξία του), η εικόνα καθίσταται ακόμη απογοητευτικότερη. Ως κάποιος που γράφει κείμενα προοριζόμενα και για δημοσίευση, απαιτώ από κάθε πολιτεία να σέβεται την ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου και να μεριμνά για την πρόσβαση όλων σε πολιτισμικά αγαθά. Οι λοιπές πολιτικές τοποθετήσεις μου δεν αφορούν την εργασία μου ως γράφοντος, παρά μόνον όπως εκτέθηκε προηγουμένως. Δεν γνωρίζω τα στοιχεία ειδικών, διαχρονικών, επιστημονικών μελετών που να δικαιολογούν την άποψη περί «απομάκρυνσης» της σύγχρονης ποίησης από «κοινό». Εξάλλου δεν είμαι διόλου βέβαιος πως τέτοιες μελέτες είναι εφικτές. Ομοίως αμφιβάλλω αν η άποψη αυτή αφορά ολόκληρο το φάσμα των έργων που πολιτεύονται ως ποιήματα. Εδώ και αρκετούς αιώνες, στον Δυτικό κόσμο δημιουργείται τέχνη «δύσκολη» (για την οποία χρειάζεται προετοιμασία και εξοικείωση) και «εύκολη». Ούτε «κακό» είναι αυτό ούτε η καλλιτεχνική αξία κάθε έργου προκαθορίζεται από την κατηγορία στην οποία ανήκει. Σχετικά με την απεύθυνση της ποίησης (όπως και κάθε τέχνης): αυτή δεν πρέπει να είναι μόνον προς τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά προς το πνεύμα τους – δηλαδή, συγχρόνως και αξεδιάλυτα: νου, καρδιά και ψυχή.

Φοίβη Γιαννίση

Όσον αφορά τη δημοσιογραφία, νομίζω πως ο τρόπος με τον οποίο απαντώ την κύρια ερώτηση ακολούθως θα συντείνει στην αίσθησή και την κρίση μου πως δεν τη βρίσκω αρμόζουσα, εκτός από όταν, κατά περίπτωση, ασκείται από τους ποιητές τους ίδιους ή ίσως όταν, σπανίως, ασκείται με θεωρητικά ερευνητικό τρόπο. Στις άλλες περιπτώσεις δεν είναι παρά διαφήμιση (ή, αυτό σπανιότερα, δυσφήμιση) που πάει κατά τη μόδα της στιγμής ή, ακόμα χειρότερα, που συνεχίζει περίτρανα την παραδοσιακή συντηρητική αντίληψη περί ποιήσεως ως καλλιεπή συσσώρευση ωραίων και ποιητικών βεβαίως λέξεων. Αν η γλώσσα είναι το μιλημένο και η σιωπή, αν είναι σκέψη/ψυχή (σκεψυχή) επικοινωνία μνήμη συγκίνηση, αν η γλώσσα είναι ζωντανή, τότε η έρευνα μέσα της μέσα από κάποιον που πράττει γλωσσικά κοινωνεί το έξω του ως νομή και νόμο (βοσκοτόπι, κοινή μοιρασιά, τραγούδι) και ως στιγμή. Μέχρις εκεί και καθόλου πιο πέρα ανιχνεύω το κοινωνικοπολιτικό, αφού αυτή η απάντηση του γλωσσικού υποκειμένου σε ένα έξω που συνιστά κατ’ εμέ την ποίηση δεν μπορεί παρά να ανοίγεται εναγκαλίζοντάς το έξω αυτό για να του απευθυνθεί.

Γι’ αυτό και το έξω που μιλά το γλωσσικό ποιητικό υποκείμενο μέσα στο ποίημα είναι και μία εξαρχής κατασκευή, λέξη που παραπέμπει στην προέλευση της λέξης, στο ρήμα ποιείν, δηλαδή δεν είναι απλώς ένα βρεθέν. Είναι ένα δεικνυόμενο εμπρόθετο βρεθέν από εκείνον που μιλά. Η γλώσσα άρα, για να επιτρέπει την εύρεση, δεν είναι μία αλλά περιλαμβάνει εντός της τη διαφορά της, το υπόλειμμά της, πολυγλωσσία και πολυφωνία, και εδώ σκέπτομαι τον Μπαχτίν με τον Ντερριντά σε ένα δικό μου μείγμα. Στην έρευνα δε της ποίησης είναι ήδη μέσα και ο κάθε αναγνώστης της που μπορεί να ακούσει στη μοιρασιά που του ταιριάζει και μία άλλη μουσική που αυτός συντονίζει με τη δική του ή, όπως λέει ο Ντε Σερτώ, κάθε αναγνώστης είναι κι ένας άλλος περιπατητής του κειμένου που μέσα του δημιουργεί τη δική του διαδρομή κι αυτό στον αιώνα των αιώνων. (Τέτοιοι αναγνώστες θα έπρεπε να εκπληρώνονται από την κριτική και τη δημοσιογραφία.)

Κατερίνα Ηλιοπούλου

Τα κυρίαρχα μέσα προβάλλουν την τέχνη (όταν το κάνουν) αποκλειστικά με όρους θεάματος, αναπτύσσοντας πολύπλοκους αφομοιωτικούς μηχανισμούς, απλούστευσης και διαφήμισης. Όμως η τέχνη λειτουργεί με δικούς της νόμους. Αποτελεί χώρο επισφάλειας και διακινδύνευσης, δεν είναι εύκολο να κατοικηθεί, πόσω μάλλον όταν στους περισσότερους ανθρώπους δεν δίνεται καν η δυνατότητα, βομβαρδισμένοι καθώς είναι από την προπαγάνδα της μαζικής κουλτούρας. Δεν υπήρξε ποτέ σχέση στον σύγχρονο κόσμο μεταξύ «του ευρύτερου κοινού» και της ποίησης, αλλά μάλλον του κυρίαρχου πολιτικού λόγου με την ποίηση την οποία χρησιμοποίησε πάντοτε ιδιοτελώς (για λόγους εθνικούς, επαναστατικούς κ.λπ., διαστρέφοντας τον ποιητικό λόγο σε έναν λόγο μίσους), βρίσκοντας τα κανάλια να τη διοχετεύσει έτσι σερβιρισμένη στο κοινό με ή χωρίς την ενεργή συμμετοχή των ποιητών σε αυτήν τη διαδικασία, κάτι που συνέβη και στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας κατά κόρον. Είναι σημαντικό να διακρίνει κανείς τη θέση του ενεργού πολίτη από τη θέση του καλλιτέχνη.
Η κοινωνικοπολιτική κρίση που βιώνουμε έχει ξαναφέρει στο προσκήνιο ένα αίτημα προς την
ποίηση να εκφέρει απαντήσεις σε τρέχοντα ζητήματα της κοινωνίας και με αυτόν τον τρόπο «να καταστεί χρήσιμη επιτέλους», να μας πει κάτι. Στην ουσία αυτό το αίτημα ζητά να καθυποτάξει την ποίηση (τέχνη) στους νόμους της αγοράς (πλήθος εκθέσεων-αφιερωμάτων κ.λπ. στα καλλιτεχνικά κέντρα παγκοσμίως από «τριτοκοσμικές» χώρες με θέμα την κρίση ή τις κρίσεις).
Οι φράσεις που επικαλούνται τους απλούς ανθρώπους και τις ψυχές τους προφέρονται συνήθως από ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς τους αυθεντίες και απευθύνουν αυτόν τον χαρακτηρισμό με πλήρη επίγνωση της αλαζονείας τους, η οποία κρύβει στις περισσότερες περιπτώσεις αβυσσαλέα άγνοια για την ιστορία των ιδεών ή από κάποιους νοσταλγούς που δέσμιοι του συντηρητισμού τους επιμένουν παράλογα να πιστεύουν πως η επιστροφή είναι κάτι εφικτό. Στην ουσία προτείνουν, είτε το γνωρίζουν είτε όχι, τον θάνατο της ποίησης η οποία στο χάος των καταρρεύσεων, των αλλαγών, των καταστροφών επιμένει να πολεμά ενάντια στο τίποτα. Αυτό σημαίνει ότι επιμένει να αναζητά νόημα, αλλά προσοχή: Νόημα σημαίνει ζωντανός λόγος, στοχασμός και αναστοχασμός με τους όρους της εποχής, αναζήτηση νέων (όχι πρωτότυπων) μορφών, ενσωμάτωση της αμφιβολίας, απόπειρα ορισμών, ομολογία της μη κατανόησης, επίγνωση ότι όλα είναι ατελή αλλά επίσης ότι όλα συνεχίζονται. Τα ποιητικά κείμενα που αντιστέκονται στην αφομοίωση,
την κατάταξη, την τυποποίηση απαιτούν ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη. Τέτοια έργα είναι βαθιά πολιτικά. Η ποίηση λοιπόν δεν δίνει απαντήσεις; Πιστεύω ότι δίνει, αλλά οι απαντήσεις δεν είναι οριστικές. Η γνώση που παράγει η ποίηση είναι λοξή, περιθωριακή, πιο περίπλοκη και γι’ αυτό πιο συμφιλιωτική αλλά και ταυτόχρονα λυτρωτική, με την έννοια της φανέρωσης μέσω της κίνησης μέσα στη γλώσσα και μέσω της υπόσχεσης της συνέχειας.

Δήμητρα Κωτούλα

Ανέκαθεν η ποίηση εκφωνούσε τη «σιγώμενη φωνή αυτού το οποίο βαθύτατα μας ενδιαφέρει» (Κυριαζόπουλος), τον λόγο εκείνο που δεν έχει καμία σχέση με πολιτικούς, κοινωνικοπολιτικούς-κοινωνιολογικούς, οικονομικούς, πολιτιστικούς-καλλιτεχνικούς, θρησκειολογικούς-θεολογικούς ή όποιους άλλους «λόγους». Πραγματική και στον πυρήνα όλων αυτών, έχοντας αφουγκραστεί δηλαδή τη σιωπή τους, η ποίηση ανέκαθεν καλούνταν να βγάλει τον άνθρωπο από την ύπνωση. Αν αυτό θα μπορούσαμε να το πούμε ή όχι «ποιητικό», δεν ξέρω. Αν έχει ή δεν έχει «πολιτικό» χαρακτήρα, ούτε και αυτό το γνωρίζω. Ωστόσο θεωρώ ότι αν δημιουργία σημαίνει «έργο που πράττεται για το δήμο» (Γουνελάς) δεν τίθεται καν θέμα για τον πολιτικό χαρακτήρα της ποίησης ή για τον ορισμό της «ποιητικότητάς» της, όποια κι αν είναι η θεματολογία των ποιημάτων της. Η φιλοσοφία, οι επιστήμες, οι τέχνες, η ζωή –δημόσια και ιδιωτική, πολιτική– είναι εγκλεισμένα εξ ορισμού μέσα στον ποιητικό λόγο. Το μέγα θέμα που θα πρέπει να μας απασχολεί είναι κατά πόσον αυτός ο λόγος είναι ή μπορεί να είναι και «αποκαλυπτικός», κατά πόσον (σε ποιο βαθμό), δηλαδή, και προς ποια κατεύθυνση (για ποιο σκοπό) μπορεί να διευρύνει τα όρια και τις διαστάσεις του ανθρώπινου. Κατά πόσον, εν τέλει, μη όντας, φύσει και θέσει ψευδαίσθηση, ένας περισσότερο ή λιγότερο ευτυχισμένος ή δυστυχής ψίθυρος, μια βουβή σιωπή, μπορεί, επιτακτικά και –γιατί όχι; – ενοχλητικά, να μας υπενθυμίζει ότι ίδιον της υπόστασης του ανθρώπου είναι να τον ενδιαφέρει, τελικά, αυτό που βαθύτατα τον ενδιαφέρει αλλά εκβιαστικά, σχεδόν, αποσιωπά.

Βασίλης Αμανατίδης

Στην ποίηση, η ακρίβεια, η σαφήνεια και η κυριολεξία είναι ζητούμενα (είτε επιλέγει κανείς τον αναγνωρίσιμο και κατανοητό δρόμο του «ρεαλισμού» είτε τον πολυποίκιλο και ανοιχτό της «απροσδιοριστίας» ή και του ερμητισμού), ενώ η ασάφεια (με συνήθη αδελφή της την κοινοτοπία) είναι μάστιγα που τη συναντά κανείς και σε γειωμένα-ρεαλιστικά και σε «αναπεπταμένα» ποιητικά πεδία. Επομένως, το εάν έχει η ποίηση απομακρυνθεί από το κοινό είναι ύποπτο ψευδοερώτημα. Εξηγούμαι: Το κοινό δεν είναι ενιαίο και απλός άνθρωπος δεν υπάρχει. Σκεπτόμενοι έτσι, υποβιβάζουμε και τον άνθρωπο και την τέχνη – όπως και τη δυνατότητα να μας εκπλήσσουν αδιάκοπα. Όποιος θέλει την ποίηση κοντά στους ανθρώπους έχει δίκιο. Όποιος όμως τη θέλει κοντά στη δική του αντίληψη, κατανόηση ή ευαισθησία (χρησιμοποιώντας ωστόσο ως «δημοκρατικό» άλλοθι το κοινό καλό των ανθρώπινων ψυχών), τοποθετεί στο κρεβάτι του Προκρούστη όχι μόνο την ποίηση, αλλά και τον ανθρωπισμό (του). Η ποίηση είναι το ανοιχτό πεδίο, η ελευθερία της αδιάκοπης έκπληξης, η εξερεύνηση των πολλαπλών πιθανοτήτων. Απευθύνεται όχι μόνο στις «ψυχές», μα και στο νου, στα μάτια, στην ακοή, στο δέρμα και στον σπλήνα. Τη στιγμή που η ποίηση θα ακολουθήσει ηθικοπλαστικές-δεοντολογικές οδηγίες έχει κιόλας αρχίσει να μαραίνεται. Τα υψωμένα δάχτυλα προς την τέχνη έρχονται από ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτήν, αλλά για κάτι άλλο. Κάτω από δημοσιογραφικά ερωτήματα του τύπου «Πού είναι οι διανοούμενοι; Γιατί σιωπούν οι ποιητές;» υφέρπει μάλλον μια προειλημμένη συνολική απαξίωση του καλλιτέχνη, ένα είδος υπόγειας εκδικητικότητας, μια νοοτροπία ισοπέδωσης. Ο συνεπής και δρων ποιητής, αυτός που ζει στην εποχή του και δεν αντιμετωπίζει την ποίηση ως μουσειακό είδος, θα κάνει έτσι κι αλλιώς ποίηση που αντανακλά τις τρέχουσες εξελίξεις. Μόνο που θα το πράξει με την ακατάτακτη ελευθερία που δύσκολα θα γίνει αντιληπτή από τον δημοφιλή δημοσιογράφο. Επομένως, το τυχόν αίτημα για «απλοποίηση» της ποίησης ας έρχεται τουλάχιστον από τους ποιητές και όχι από τους δημοσιογράφους, και μάλιστα τους δημοφιλείς. Είμαστε ακόμη μεταρομαντικά υποκείμενα (επομένως και τέκνα του μοντερνισμού). Το αίτημα για συλλογική ύπαρξη και ενωτικούς μύθους ας μην επιστρέψει στους προβιομηχανικούς όρους της θεοκρατίας και της βασιλείας, μετασχηματισμένους πλέον υπό το πρίσμα μιας άγριας μετακαπιταλιστικής αγοράς. Εάν η ελευθερία και το ακατάτακτο τού (και) ποιητικού λόγου φύγει απ’ τη μέση, και το μόνο που μείνει είναι η βιαστική μαζικότητα μιας κατευθυνόμενης ενημέρωσης, θα μείνουμε ανυπεράσπιστοι, έρμαια της ανελευθερίας μας, εθισμένοι σε αυτό που μας αλώνει.

Ορφέας Απέργης

Μ’ αρέσει σφόδρα η ποίηση που ιστορεί, γι’ αυτό και θα σας πω μια ιστορία. Ρωτάει, που λέτε, ο Shusha Guppy, που κάνει τη συνέντευξη, τον γερο-σοφό Yves Bonnefoy, μείζονα Γάλλο ποιητή και στοχαζόμενο επί των της ζωής στόχων (αυτά το 1992 στη Μονμάρτη, όταν βέβαια ο Bonnefoy δεν ήταν πάνω από 70), τον ρωτάει λοιπόν, «Φτάσατε στο Παρίσι στα τέλη του ’43 για να γνωρίσετε τον Μπρετόν, παρότι ο σουρρεαλισμός ήταν στα τελευταία του, αν όχι τελειωμένος – ο Αρτώ είχε αποχωρήσει ήδη από τη δεκαετία του 1920, ο Αραγκόν και ο Ελυάρ είχαν φύγει το 1931 και το 1939, αντιστοίχως, για να προσχωρήσουν στο Κομμουνιστικό Κόμμα και ο Ρομπέρ Ντεσνός ήταν στα τελευταία του. Οπότε ποιος είχε μείνει, βρήκατε κανέναν;». Ο Μπονφουά τότε απαντάει: «Το 1944 ο Μπρετόν και κάποιοι άλλοι σουρρεαλιστές ήταν ακόμα στην Αμερική, όπου και είχαν περάσει τα χρόνια του πολέμου. Ο Μπραουνέρ, ένας από τους ζωγράφους του κινήματος που είχε παραμείνει στο Παρίσι, μου τον γνώρισε όταν γύρισε, το 1946. Αλλά, ξέρετε, όπως λέμε στα γαλλικά «τι ωραία που ήταν η République (Δημοκρατία) την εποχή της Empire (Αυτοκρατορίας)!» Απογοητεύτηκα που μετά τον πόλεμο ο Μπρετόν δεν είχε πια κανένα μεγάλο σχέδιο, ούτε ίσως και πραγματικές πεποιθήσεις. Του αρκούσε να προεδρεύει δις εβδομαδιαίως επί μιας μαζώξεως νεότατων θαυμαστών του, πρέπει να ’τανε καμιά δυο ντουζίνες από δαύτους. Ήμουν βέβαια κι εγώ ένας απ’ αυτούς, αλλά δεν μου άρεσε καθόλου όλο αυτό – αυτές οι σχοινοτενείς συζητήσεις στα καφέ που δεν οδηγούν πουθενά. Για να πούμε την αλήθεια, ο Μπρετόν αισθανόταν ενοχές που εγκατέλειψε τη Γαλλία ενώ αυτή μαράζωνε και έλιωνε στη διάρκεια της Κατοχής, αντίθετα από κάποιους σουρρεαλιστές που μπήκαν στην Αντίσταση και δεν φοβήθηκαν τον κίνδυνο. Αλλά έκανε λάθος, δεν είχε δίκιο, ακριβώς γιατί τον ενδιέφερε [αποκλειστικά] το δίκιο. Οι νέοι που είχαν διαβάσει τα ποιήματα της Αντίστασης ένιωθαν συμπάθεια ή και μοιράζονταν τα συναισθήματα αυτών των ποιημάτων, αλλά –καίτοι οι ίδιοι ριψοκινδύνευαν, ίσως ακριβώς γι’ αυτό– δεν τα έβρισκαν αρκετά τολμηρά και ριψοκίνδυνα σαν ποίηση. Ένιωθαν ότι το μεγάλο, το μείζον, αλχημικό, παράτολμο πείραμα που είναι η ποίηση δεν μπορούσε να υποβιβάζεται, να περιστέλλεται, να ανάγεται στις άμεσες φροντίδες και έγνοιες της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, προσδοκούσαν την άφιξη ενός ποιητή που είχε διασώσει την ελευθερία της ποιητικής γραφής […] Αντ’ αυτού ο Μπρετόν γύρισε από την Αμερική ανήσυχος και φοβισμένος και […] για τα επόμενα είκοσι σχεδόν χρόνια, μέχρι τον θάνατό του, δεν έγραψε τίποτα σημαντικό ποιητικά». Έτσι τελειώνει ο Μπονφουά, που έζησε το θηριώδες Παρίσι των Ναζί και που δεν τον κατέβαλε η ενοχή. Πρώτα αγάπησε την τέχνη σου και ύστερα μην τήνε φοβηθείς: όσο την αγαπάς και δεν τη φοβάσαι θα αποτελεί η τέχνη σου έτσι κι αλλιώς «έκφραση» ήθους. «Το να γράφει κανείς ποίηση μετά το Άουσβιτς είναι πράξη βαρβαρότητας», δηλαδή ποίηση είναι αυτό που αφήνει αλώβητο το Άουσβιτς. Ξανά: ποίηση είναι αυτό που αφήνει αλώβητο το Άουσβιτς.

Γιάννα Μπούκοβα

Η ποίηση δεν είναι εφαρμοσμένος λόγος. Κάθε προσπάθεια άμεσης στράτευσής της αναιρεί την ίδια την υπόσταση του ποιητικού λόγου: τη σφαιρικότητα, την πολυπλοκότητα, τη συγχρονικότητα αντιθέσεων. Εννοείται ότι υπάρχουν καταστάσεις όπου δεν μπορεί κανείς να μείνει αμέτοχος. Αλλά πολύ μεγαλύτερη αξία θα είχε ένας ποιητής να πάρει θέση με τις πράξεις του, με την προσωπική στάση ζωής του ή με όποια μορφή μάχιμου δοκιμιακού ή δημοσιογραφικού λόγου θα ήθελε, από το να γράφει κακά ποιήματα για καλό σκοπό.

Θοδωρής Χιώτης

Η ποιητική γλώσσα εξ ορισμού είναι η γλώσσα ως πολιτικό γεγονός: η ποιητική γλώσσα επαναπροσδιορίζει τι είναι η γλώσσα, τι μεταδίδει η γλώσσα και, τέλος, τι μπορεί να κάνει η γλώσσα. Ο ποιητής δεν ασκεί πολιτική ως κοινοβουλευτικό μέλος, όμως η διαφορετικότητα του ποιητικού λόγου διερευνά τους τρόπους με τους οποίους η γλώσσα συνδέεται με τον κόσμο, τους τρόπους με τους οποίους τα νομικά, οικονομικά συστήματα ορίζουν και καθορίζουν την κανονικότητα. Η ποιητική γλώσσα αμφισβητεί όχι μόνο τις παραδεδομένες χρήσεις της γλώσσας αλλά καταδεικνύει πως το άτομο δεν μπορεί να διαχωριστεί από την κοινωνία, τις παραδοσιακές χρήσεις της ποίησης και πως κάθε ατομική ιστορία συνδέεται αυτόματα με το πολιτικό συγκείμενο. Ξαναδιαβάζοντας πρόσφατα το «Φθινοπωρινό τοπίο» του Σαχτούρη μού έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο η συλλογική αφήγηση αντηχεί σε κάθε μικρή ιστορία στην οποία αναφέρεται ο ποιητής:

Λυσσάει ένας διαβολεμένος αέρας

κι η βροχή δεν πέφτει

δύο διάβολοι αλληλοξεσκίζονται

δύο σκυλιά αλληλοσπαράζονται

φέτος δεν πήγα εξοχή

του χρόνου όμως θα πάω

από την οδό Αναπαύσεως

αυξήθηκαν τ’ ασφάλιστρα

αυξήθηκαν οι βενζίνες

προσέχετε τους νεκρούς!

και τώρα άρχισε να πέφτει η βροχή.

Ο ποιητικός λόγος μπορεί συχνά να καταλαμβάνει τη θέση διαγνωστικού εργαλείου στις παρυφές του κοινωνικού χώρου: αρθρώνει λόγο εκεί όπου υπάρχει ο θόρυβος και τα απόνερα μιας πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής κανονικότητας, και εκφράζει την πιθανότητα ύπαρξης ενός διαφορετικού κοινωνικού χώρου, μιας διαφορετικής κοινότητας.

Συζήτηση ΦΡΜΚ ΙΙ, Περί προγόνων, γόνων και άλλων δαιμονίων
Ποιοι είναι οι πρόγονοί μας και ποια η σχέση μας με αυτούς; Είναι κοινοί για όλους μας αυτοί οι πρόγονοι; Μήπως δεν είναι καν ποιητές; Μήπως η γενεαλογία μας είναι περισσότερο πολύπλοκη από αυτήν που συχνά αναζητούν οι κριτικοί λογοτεχνίας;

About frmk poetry

Φάρμακο | Εξαμηνιαίο περιοδικό για την διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου Κυκλοφορεί! Στα βιβλιοπωλεία και σε επιλεγμένους χώρους τέχνης δύο φορες τον χρόνο.
%d bloggers like this: