1+1, Το πάθος της καταγωγής

Τo μ_otherpoem, μόνο λόγος είναι το έκτο βιβλίο ποίησης του Βασίλη Αμανατίδη, το οποίο όπως και τα δύο προηγούμενα βιβλία του (το 4D και το 7 ποίηση για video games) διέπεται και παράγεται από μια εσωτερική δομή. Δεν μπορούμε στην περίπτωση του Αμανατίδη να μιλήσουμε για την καλλιέργεια ενός ιδιώματος (αν και δεν λείπει η σταδιακή σμίλευση ενός ιδιοσυγκρασιακού ύφους), αφού μοιάζει κάθε φορά να ξεκινάει από την αρχή για να επινοήσει τη μορφή που το έργο αναζητά. Ειδικά εδώ όμως, περισσότερο από κάθε άλλο έργο του, μέσα στο ποιητικό γεγονός του βιβλίου γλώσσα και νόημα είναι ένα, η μορφή ανήκει στο περιεχόμενο. Προκειμένου να κινηθεί προς το δύσκολο διακύβευμα του βιβλίου, δηλαδή ανάμεσα στην ανεπανόρθωτη εμπειρία του παιδιού και την αδυναμία του ενήλικου εαυτού για επίγνωση και επιβεβαίωση, ο Αμανατίδης έχει εφεύρει έναν συγκεκριμένο γλωσσικό τροπισμό αλλά και έναν τρόπο διαχείρισης, μία πρακτική, που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της μεθόδου, για να εξετάσει, να καταυγάσει, να αναλύσει και να ερμηνεύσει το υλικό μητέρα, με τα κενά, τις αποσιωπήσεις, τις αποτυχίες και τις αβύσσους μιας απραγματοποίητης σχέσης. Ισορροπώντας ανάμεσα στην κλινική εξέταση και την εξομολόγηση, τα ποιήματα φέρνουν σε επαφή το καυτό, επώδυνο υλικό της βιογραφίας με τον επαγωγικό λόγο και το αποτέλεσμα είναι ένα τέλεια σμιλευμένο λεκτικό αντικείμενο πλήρες σημασιών, χυμών, αμφισημίας, όπου τα συστατικά, μύθος, γλώσσα και μορφή έχουν τηχθεί. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πρότυπο παράδειγμα της σύγχρονης ποίησης που λειτουργεί ως διαδικασία και φορέας γνώσης και αυτογνωσίας, ενώ ταυτόχρονα ό,τι διατυπώνεται παραμένει απολύτως αμετάβατο, όποια αλήθεια, όποια αποκάλυψη συμβαίνει, συμβαίνει μέσα και διά της γλώσσας του ποιήματος-βιβλίου, δεν διαλευκάνει το θέμα, αλλά το κάνει να εμφανίζεται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο παράγεται ένα έργο βαθιά ανησυχητικό, το οποίο ανιχνεύει αυτές τις σχέσεις ταμπού, την εγχάραξη και τη διαγραφή, το τραύμα και το κενό, την τυφλότητα και την όποια δύσκολη όραση. Το έργο έχει τη δομή ενός θεατρικού, με την εισαγωγή των προσώπων (μητέρα, πατέρας, δύο παιδιά-αγόρια) την πρόβα και την παράσταση, ενώ στο τρίτο μέρος τοποθετεί την οικογένεια γύρω από ένα φασματικό τραπέζι. Πρόκειται για ένα τραπέζι σύμβολο της εστίας που έχει εκπέσει, έτσι ώστε ο καθένας τους ισορροπεί πια στην αιχμή γύρω από αυτόν τον κενό χώρο, όπου κάθε σχέση-θέση έχει καταρρεύσει, αλλά είναι ταυτόχρονα απελπιστικά κατειλημμένη. Ο Αμανατίδης αναλαμβάνει την ευθύνη της πτώσης στο κενό για να διασαλεύσει μια τάξη που είναι ήδη απούσα.

Όμως θα είναι λάθος να θεωρήσουμε το βιβλίο καταγραφή του μητρικού και μόνο, αφού όπως κάθε σημαντικό έργο υπερβαίνει το θέμα του και την ειδική του τοπολογία και γίνεται «πάθος της καταγωγής». Εξού και ο όρος «μητέρα-χώρα» και η διακριτική και υπαινικτική εξάπλωση προς το κοινωνικό. Παρ’ όλη την υπερδομή, το συγκεκριμένο ποιητικό ιδίωμα, παρ’ όλο τον άψογο μηχανισμό, το έργο κλυδωνίζεται (ευτυχώς), επικίνδυνα ισορροπεί γύρω από τις αστήρικτες αιχμές του τραπεζιού, αγκομαχεί, ομολογεί την απορία αλλά και την πίστη που το κάνει να ξεκινήσει από την αρχή πολλές φορές (εξού και η επωδός που επαναλαμβάνεται, πάμε…κι άλλο ποίημα). Κι αυτό γιατί το βιβλίο δεν είναι εύρημα, η γραφή αγρυπνά. Δεν μπορεί παρά να επιστρέφει συνεχώς, δομείται με ερωτήσεις και παλινδρομήσεις, ορίζοντας μια κυκλοτερή κίνηση προς το μητρικό κέντρο, κάνει συνεχείς αναδρομές όχι όμως από τον ίδιο δρόμο. Έτσι δημιουργεί μία δίοδο, ο κύκλος δεν κλείνει ασφυκτικά, κάτι διαφεύγει, τολμώ να πω ελευθερώνεται. Τι ελευθερώνεται; Μα η γλώσσα που τη βρίσκει καθ’ οδόν χαράζοντας τον κύκλο, μετατοπίζοντας την ερώτηση, αφού η γλώσσα είναι η σχέση του εγώ με το εσύ. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μας, το βαθύτερο εγχείρημα του βιβλίου (που παραμένει πάντα ατελές όπως κάθε βιβλίο), η παρηγοριά και η γενναιοδωρία του, παρ’ όλη τη φαινομενική του σκληρότητα: Να αποσπάσει δηλαδή τη μητέρα από την ακαμψία του συμβόλου και να τη μετατρέψει σε ένα εσύ. Ο χρόνος δεν μπορεί να ξεκινήσει χωρίς τον άλλο (Εγώ δεν έχω βγει καν / ακόμη από τ’ αβγό, δηλώνει…). Στην ακινησία του οικογενειακού-κοινωνικού τραπεζιού όπου κάθε θέση είναι αφόρητη, όπου η αυτοταύτιση, η αφομοίωση, η κόλαση του ατομικού οδηγεί σε μια φοβερή μοναξιά, ο καθένας καρφωμένος στο άλαλο και τυφλό εγώ του, η ποιητική γλώσσα δομεί την έκ-θεση, αποκαθιστά παροδικά την ομιλία και την ορατότητα. Πλησιάζοντας στο τέλος του βιβλίου κατακτά τη δύσκολη θέαση της μητέρας, φτάνει τελικά να τη δει, έστω ως ολόγραμμα-κοριτσάκι (μια θέαση που κρατά ακόμη κάτι σαρκικό, ωστόσο παιδικό άρα άτοπο), έχοντας ξεπεράσει κάθε κρίση ή εκτίμηση (να φυλακίσει, να διαγράψει, να υπερβεί) και παραμένει απογυμνωμένη ως επιθυμία, δηλαδή ως η «ηθική στάση του ποιητικού βλέμματος».

=====================

[…]

Κ.Η.: Το νόημα του έργου προϋπάρχει στο μυαλό του συγγραφέα ή παράγεται από το έργο; Πώς λειτουργεί η αντίστροφη διαδρομή, το βλέμμα πάνω στο τελειωμένο έργο; Πώς μπορεί να λειτουργήσει η ποίηση (η δική σου εν προκειμένω) ως φορέας και διαδικασία γνώσης και αυτογνωσίας;

Β.Α.: Τα έργα είναι και προσχεδιασμένες οντότητες και ατυχήματα. Συμβαίνουν και επειδή τα αφήνουμε να συμβούν και επειδή μας αφήνουν να συμβούμε. Λογαριάζω αυτές τις διαδρομές ως ταυτόχρονες και αμφίδρομες. Μία από τις βασικές δουλειές του δημιουργού είναι να αποφασίσει κάθε φορά προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα στο τελικό αποτέλεσμα. Γιατί η δόμηση και το μοντάζ είναι τεχνικές μεγάλης τέχνης. Από κει και πέρα το νόημα του έργου είναι πάντα ένα ανοιχτό μυστήριο. Με αυτό δεν εννοώ πως νόημα δεν υπάρχει ή πως ανήκει στη σφαίρα του υπερβατικού. Όχι. Ανήκει όμως στον χώρο του «μεταξύ», αποτελεί κάτι ρευστό, ο υδράργυρός του είναι –ας πούμε– και στοιχείο και ουσία-μέταλλο. Το νόημα συχνά προϋπάρχει ως πρόθεση, μετακινείται όμως δραστικά κατά τη διαδικασία «ολοκλήρωσης» του έργου. Μιλώντας για μένα: το νόημα του έργου υπάρχει κάπου μεταξύ της αρχικής μου πρόθεσης και του αποτελέσματος, μεταξύ ανεξέλεγκτου και οργανωμένου, μεταξύ αυτού και του άλλου πόλου μου, μεταξύ του βιβλίου και του κάθε φορά διαφορετικού αναγνώστη. Έπειτα, γράφοντας και συνθέτοντας, γίνομαι κι εγώ κοινό του εαυτού μου. Τον ακούω με αμείλικτη προσοχή, τον τιμώ. Τι θέλει να πει. Τον ακολουθώ αυτόν και τις πολλαπλές στοιβάδες του. Όμως όταν με το καλό το έργο «ολοκληρωθεί», τούτο δεν σημαίνει πως τελείωσε. Τίποτα δεν τελειώνει, πάντα υπάρχει κάτι ανοιχτό και ανολοκλήρωτο, όσο προσεκτικά και αν έχει οργανωθεί ένα έργο. Θα έλεγα, μάλιστα, πως εκείνος που το έφτιαξε οφείλει να αφήσει μέσα στο έργο του διαφυγές και κενά που θα το κάνουν να αναπνέει. Αγωνίζεται κανείς σκληρά για να εμφυσήσει στο έργο του ελευθερία – μια ελευθερία που είναι και νοηματική. Τελικά, νόημα ίσως είναι εκείνο που θα λάβει ο καθένας από αυτό που ποίησα. Αφού διαβάζοντας αργότερα το έργο μου αντιλαμβάνομαι κι εγώ ένα σωρό συγγενή μα διαφορετικά πράγματα από αυτά που είχα εξαρχής κατά νου. Να πω κι αυτό: εάν το έργο δύναται να συνεχίζει στο μέλλον να ανοίγεται προς το κοινό, μα να εκπλήσσει και τον δημιουργό του, έχει πετύχει. Και κάτι αφοριστικό: Όλοι μας, ποιητές και μη, είμαστε δοχεία νοηματοδότησης, όπως ακριβώς και ο κόσμος. Στο “Walle” της Pixar, ένα μάλλον «μπεκετικό» καρτούν, η Γη ξεμένει με μόνο της ένοικο ένα ρομπότ. Ποιο το νόημα του κόσμου εάν εκλείψει και ο τελευταίος που θα τον νοηματοδοτήσει; Και ποιο το νόημα του κόσμου εάν δεν έχεις κανέναν για να μοιραστείς το νόημα του κόσμου; Κάθε νόημα υπάρχει επειδή εμείς υπάρχουμε, μα και επειδή δεν είμαστε μόνο ένας. Έτσι, η επανανοηματοδότηση των πραγμάτων (και η ποίηση είναι πράγμα) είναι αέναο χρέος προς τη συνέχιση της ζωής.

(…)

About frmk poetry

Φάρμακο | Εξαμηνιαίο περιοδικό για την διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου Κυκλοφορεί! Στα βιβλιοπωλεία και σε επιλεγμένους χώρους τέχνης δύο φορες τον χρόνο.
%d bloggers like this: