Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Με ύφος Ινδιάνου

 

(Μελάνι, 2014)

«Πληγωμένος από την πραγματικότητα, αναζητώντας πραγματικότητα.» *

Το τρίτο βιβλίο του Κυριάκου Συφιλτζόγλου είναι μία ελεγεία των συνόρων. Στα 18, σύντομα στην πλειονότητά τους, ποιήματα του βιβλίου με γλώσσα λιτή, σχεδόν απογυμνωμένη, με κάποια αυστηρότητα στον τόνο, πικρή ειρωνεία, την αποστασιοποίηση του παρατηρητή αλλά και συγκρατημένη οδύνη, δομεί μία ποιητική τοπολογία που ρωτάει. Πού είμαι εδώ; Πού μπορώ να πάω από εδώ; Αυτή η τοπολογία θέτει όμως και τον χρόνο του βιβλίου, τη θέση του ποιητή ως μάρτυρα σε δεδομένη ιστορική στιγμή, αλλά και τον χρόνο στον οποίο αναρωτιέται για την ίδια τη λειτουργικότητα της τέχνης του. Η πορεία ενός νεαρού ζευγαριού μεταναστών προς τον θάνατο στα σύνορα περιγράφεται στο πρώτο ποίημα του βιβλίου με μια σειρά έργων τέχνης. Σεβάτ-Ρειχάν. Εγώ, γράφει το ποίημα, και εσύ. Πορεία. Σωλήνες, λάστιχα, φράχτες, στοιχεία νέον, ηλεκτρομαγνήτες, διαστάσεις μεταβλητές / Όχθη. Μονωτικό πανί, λαδόχρωμα, πηλός. Μόνο η τέχνη μπορεί να μιλήσει εκεί που η γλώσσα στην καθημερινή της λειτουργία σταματά. Μπροστά στον θάνατο η τέχνη δεν σταματά. Ωστόσο το ποίημα αμφιβάλλει. Τι είναι τέχνη και τι είναι τεχνούργημα; Πότε η τέχνη είναι απλά νεκρή ανάσα, θέαμα και χειρονομία χωρίς περιεχόμενο; Πότε η πρωτοπορία ακυρώνεται ως πράξη αναστοχασμού και γίνεται άγαλμα; Το σύνορο στον κόσμο του βιβλίου δεν είναι το ενδιάμεσο μεταξύ δύο κόσμων, αλλά είναι το τέλος. Η άκρη, η περιφέρεια, είναι η σκηνή των γεγονότων που έχουν απωθηθεί από το κέντρο, είναι η περιοχή όπου εκβάλλει βαρύ και σκοτεινό το κύμα των συγκρούσεων. Η ποιητική στρατηγική του Συφιλτζόγλου υπερασπίζεται μία ορατότητα της άκρης, του περιθωρίου. Δομεί μία ποίηση της εγγύτητας που προσπαθεί να μιλήσει για τη γυμνή ζωή, προσπαθεί να γνωρίσει τον απρόσιτο άλλο, που μόνο ως νεκρός ή περίπου νεκρός, δηλαδή ανώνυμος, μισοσβησμένος, χωρίς ταυτότητα, γίνεται μόλις και μετά βίας αντιληπτός. Ίσως, μας λέει αυτή εδώ η ποίηση, η σχέση με τον άλλο να μη γίνεται μέσω της γνώσης, αλλά μέσω της εγγύτητας του δέρματος που εκτίθεται στο άγγιγμα. Ως εξόριστος Ινδιάνος, αποκλεισμένος από το κέντρο του λόγου, προσπαθεί να μιλήσει σε έναν άλλο εξόριστο. Με τα βήματα του αστροναύτη / έρχομαι κοντά σου / με ρωτάς αν ερεθίζεται η βαρύτητα / σου δείχνω τις πυραμίδες. Από έναν κόσμο εξαφανισμένο, έναν πολιτισμό αφανισμένο, χωρίς γλώσσα, προσπαθεί να επικοινωνήσει με έναν νεκρό, με σήματα καπνού. Μήπως αυτό είναι αδύνατο; Νεκρός με νεκρό; Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο βαθιά στιγμή της, μάλλον απαισιόδοξης, οπτικής του βιβλίου για τον κόσμο που παρατηρεί αλλά και για την ίδια την ποίηση (την τέχνη). Δηλαδή πως η ποίηση μπορεί και να είναι μάταιη ως απεύθυνση, αλλά ότι δεν είναι μόνο απεύθυνση. Είναι και μια απάντηση, μια απάντηση σε ένα κάλεσμα, ακόμα, και ίσως περισσότερο, στο κάλεσμα του αδύνατου, στο να μιλήσει για το αδύνατο. Το ποίημα γεφυρώνει αυτή την αδύνατη, αλλά πιθανή, σχέση μεταξύ ζωής και τέχνης. Το έργο τέχνης δεν είναι μόνο ένα αντικείμενο (άρα δυνητικά ανενεργό) αλλά και μια δυναμική, μία κίνηση προς έναν αποδέκτη που είναι άγνωστος, μία απάντηση στο κάλεσμα ενός νεκρού. Και αυτό που αφουγκράζεται κανείς μέσα στα χαμηλόφωνα ποιήματα αυτού του βιβλίου είναι περίπου το εξής: Πρέπει να βρεθεί ο τρόπος να πραγματοποιηθεί αυτή η συνομιλία, γιατί αλλιώς αυτό που θα μείνει πίσω κούφιο και ξένο θα είναι ο εαυτός σου. στα σημεία που η γεωγραφία / σήκωνε τα χέρια ψηλά / εκεί / άλλαζαν δέρμα / οι άλλοι/ εκεί / από σημεία γίνονταν / σήματα / της πιο αδειανής μας / ζωής. Ο Εμμανουέλ Λεβινάς γράφει πως ποίηση είναι η ηθική σχέση με το πραγματικό. Τα πράγματα εγκατέλειπαν την πραγματικότητα γράφει κάπου ο Συφιλτζόγλου, ωστόσο η ποίηση παίρνει ό,τι μπορεί, το διασώζει, αναλαμβάνει την ευθύνη.

Το Διδυμότειχο, το Λαύριο, το Λονγκ Άιλαντ, το Αϊντάχο, η Αραγωνία και η Αιθιοπία είναι οι τόποι συνάντησης, είναι η μεθόριος, ο τάφος, η ανία και το σκοτάδι που κατοικούνται από συνοριοφύλακες, αποθηκάριους και νεκροθάφτες, κοιτάσματα ανθρώπων-δούλων, από τα φαντάσματα της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, τον Πικάσο και τον Τζάσπερ Τζόουνς, τους νεκρούς ποιητές Χέρμπερτ και Χόλουπ, τον εξαφανισμένο λύκο, τους ιθύνοντες και τις γεροντοκόρες της επαρχίας, τα αγάλματα, τους καταδρομείς και τους νεκρούς εραστές. Και όλα αυτά περιβάλλονται από πράγματα, κυρίως σκληρά υλικά, πέτρες, κρυστάλλους και πορσελάνη, δόντια και σκυρόδεμα, ωμόπλινθους και ηφαιστειακές κοιλάδες, χώμα, οστά, σταλακτίτες, παγετώνες, ξερόκλαδα, τσιμέντο, αγάλματα και συρματόπλεγμα. Μάλιστα εδώ μπαίνει στο παιχνίδι και η γραμματική ως γλωσσικό συρματόπλεγμα (στο ομότιτλο ποίημα σε πέντε μέρη) με τον συντελεσμένο μέλλοντα της αποτυχίας, τα επιγράμματα, τα σχήματα λόγου και τις ομοιοκαταληξίες, τα συνθήματα, τις λέξεις που από σημεία κίνησης γίνονται σήματα-τάφοι. Η στρατηγική της εγγύτητας που περιγράψαμε στην ποίηση του Συφιλτζόγλου, όπου λέξεις και πράγματα συντάσσονται μαζί πάνω στην υλικότητα της ύπαρξης, αποκαλύπτει και πάλι τη βασική αντινομία της ποίησης: την αντιστροφή της υποκειμενικότητας (δηλαδή δεν είμαι αλλά συμβαίνω μέσα από τον άλλο) και την αποδοχή της απόστασης και της ξενότητας. Η αποκατάσταση του «κοντά στα πράγματα» που επιχειρεί η ποίηση δεν σημαίνει πως τα πράγματα σου παραδίνονται, δεν τα γνωρίζεις καλύτερα, δεν αισθάνεσαι πιο ασφαλής ανάμεσά τους, αλλά αντιθέτως: το κοντά αναδεικνύει τη βαθιά αναρχία του κόσμου, τη διαρκή ανησυχία, την αμφισβήτηση της όποιας αίσθησης τάξης, όπου η ιστορία δεν είναι ροή αλλά φλεγμονή, όπως γράφει ο Συφιλτζόγλου. Υπάρχει λοιπόν συγχώρεση; Ναι, αλλά μόνο για το ασυγχώρητο. Υπάρχει σχέση; Ναι, αλλά μόνο όταν το εγώ και το εσύ βρίσκονται υπό διαρκή αναίρεση.

– Κ.Η.

*Αυτή είναι η τελευταία φράση από τον λόγο του Πάουλ Τσέλαν στην Βρέμη το 1958.

About isidorou

everyday life, daydreaming, critique,fragments and theories, impossibilities, practices,false strategies, city slang
%d bloggers like this: