Θοδωρής Ρακόπουλος, Ορυκτό δάσος

 

(Νεφέλη, 2013)

Από τις φωτογραφίες του Φαγιούμ (Μανδραγόρας, 2010) στα ορυκτά του δεύτερου βιβλίου του, ο Ρακόπουλος συνεχίζει μια εξερεύνηση της ακινησίας μέσα στην κίνηση, ή μάλλον, αντιστρέφοντας την πρώτη ανάγνωση του σχεδίου του, φέρνει στο φως εκείνο που διατηρείται ανέπαφο μέσα στην αδιάκοπη ροή: του χρόνου, της πληροφορίας, της γλώσσας, της παραδεδεγμένης ιστορίας. Τότε αυτό που είναι ο φευγαλέος παλμός του πιο χαμένου και πιο πολύτιμου ρήγματος στη ροή, το ορυκτό ακίνητο, παγιδευμένο, νεκρό πράγμα, μας κοιτάζει με την πιο ζωντανή, αφοπλιστική και συνάμα ασυμφιλίωτη, ματιά ενός ζώου. Ξεκινώντας με τα «Κοράλλια», μια σειρά από 18 πεζόμορφα ποιήματα (τα οποία καταλαμβάνουν λίγο παραπάνω από τη μισή έκταση του βιβλίου και αποτελούν, κατά τη γνώμη μας, το πιο ισχυρό μέρος του) που ανακαλούν και επικαλούνται τα θραύσματα ενός μυθικού κόσμου, κατασκευάζει γλωσσικά κοράλλια, δηλαδή κείμενα όπου η συναρμογή του περιεχομένου, του ιδιώματος και της μορφής, λειτουργεί ενοποιητικά. Οι πολλαπλοί συσχετισμοί, ο ρυθμός, η συμπύκνωση των εικόνων, τα σύμβολα και τα μοτίβα που ανασύρει συγκροτούν το ποιητικό στοίχημα του βιβλίου: επιχειρεί, δηλαδή, μέσω ενός λόγου που αντιστέκεται στην αρχή του πραγματικού, (γραμμικότητα, επαγωγή, τάξη) και φέρει ταυτόχρονα τα θραύσματα της παράδοσης, τις σύγχρονες αναφορές και την ανατομία της δικής του σκέψης, να δημιουργήσει ένα μυθοποιητικό λέγειν. Σε μια κοινωνία που τη χαρακτηρίζει η υπεραφθονία (αδιάκοπη ροή) πληροφοριών, ο ποιητής καλείται να αναπεριγράψει τα γεγονότα, δημιουργώντας έναν λόγο συνύπαρξης και συγκόλλησης, που μπορεί να δονήσει τη συλλογική μνήμη.

Ο ποιητικός λόγος του Ρακόπουλου έχει την πνοή του καινούργιου, και οι όποιες συγγένειες ή «κοιτάγματα», όπως τα λέει και ο ίδιος, δεν αποδυναμώνουν την αυθεντικότητα του δικού του εγχειρήματος. Εδώ πρόκειται όντως για χυτήριο (όπως γράφει η Ελέν Σιξού), όπου ο νέος (σύγχρονος) ποιητής περιπλανιέται, λιώνει τα παλιά υλικά και κατασκευάζει νέα κράματα (καινούργια και συγχρόνως παλαιά). Μοιάζει να θέλει να αφηγηθεί μια ιστορία, αλλά αυτό το κάνει ανατρέποντας διαρκώς την επαγωγική δομή της πρότασης, ακροβατώντας συχνά (και ηθελημένα) ανάμεσα στο κατανοητό και το ακατανόητο, δημιουργώντας ένα παλίμψηστο εικόνων, εντυπώσεων, ήχων και σκέψεων που συναρμόζονται με ένα γλωσσικό μοντάζ και παράγουν ένα πυκνό κείμενο, το οποίο, όπως και στα παραμύθια, ο αναγνώστης για να το διαβεί πρέπει να περάσει από μερικές δοκιμασίες. Τα πεζά ποιήματα των Κοραλλιών έχουν ταυτόχρονα κάτι ήπιο και παρηγορητικό (το παραμύθι) και κάτι σκληρό και αδιαπέραστο (οι στιβάδες του χρόνου, η Βαβέλ της γλώσσας, οι παρανοήσεις και οι αποσιωπήσεις του ιστορικού χρόνου), και εμφανίζονται με τη μορφή ενός κωδικού, ο οποίος είναι εν μέρει μόνο αποκωδικοποιημένος. Αφήνουν έτσι το αίσθημα μιας ανεξερεύνητης περιοχής, η οποία δεν εξαντλείται στην πρώτη ανάγνωση, έναν χώρο επιστροφής. Το πρώτο ποίημα ξεκινά με τη διαπίστωση ότι ο μύθος μάς συνέχει, ενώ το ίδιο γράφεται στην εποχή που έπεται της κατάρρευσης των μύθων, και επιστρατεύει τη δύναμη της ποίησης για να επιχειρήσει μια έρευνα μέσα στο a priori χαμένο του μύθου. Το παρελθόν φτάνει ως εμάς μέσα από την καταστροφή, η πυρκαγιά και η λάβα νεκρώνουν και διατηρούν ανέπαφα στο χρόνο τα ίχνη. Όμως τι γίνεται με το άυλο; Αυτό πώς διατηρείται, ποια μουσική είναι δυνατόν να φτάσει ακόμα στα αυτιά μας; Με ποιον τρόπο; Η ποίηση συνδέει το υλικό με το άυλο και κάτι παραπάνω, είναι εκείνη η διαδικασία της μνήμης που μπορεί να συνδέσει το φθαρτό σώμα και τη φωνή ενός ανθρώπου με τις ιστορίες και τους μύθους της φυλής, που διατρέχουν και διαπερνούν τα δάση, τους δρόμους και τις πόλεις του Ρακόπουλου. Μέσα από την ίδια την αναπνοή, τους άφθαρτους αυλούς των κοραλλιών, ακούγεται ακόμα στο βυθό των θαλασσών. Το να ακούει κανείς αυτήν τη μουσική αλλά και το να βρει τρόπους να την κάνει αντιληπτή είναι μια απόφαση πολιτική και ιδεολογική, αντίσταση στη φθορά, τη λήθη και την κατάλυση της δημιουργικής φύσης της γλώσσας που μέσω των μύθων μάς δημιουργεί. Το αφόρητο τραγούδι των σειρήνων το ακούει εκείνος που δεν θέλει να ξεχάσει τον εαυτό του, αλλά και αυτός που δεν φοβάται να ασκήσει το βεληνεκές της ακοής του μέσα στον αχό του χρόνου.

Στο ταξίδι ή μάλλον τη διάσχιση των χρονικών και χωρικών στιβάδων που επιχειρούν τα ποιήματα των κοραλλιών, μέσα στα άλματα και τα κενά που δομεί ο λόγος, αρπάζουν το θραύσμα (σαν τον γερακάρη, του «Κυνηγοί») και το διασώζουν. Ανάσες, δάση και κοράλλια, τηλεσκόπια, πόλεις, διαμάντια, νύφες, η Σαπφώ και η Πηνελόπη Δέλτα, σταλαγμίτες, κανόνια κι ένας μικρός Σκαντζόχοιρος που επανέρχεται σαν σαμανικός σύντροφος. Ανάμεσα στη σκέψη και την ανάμνηση, τη διανοητική έκλαμψη, τη φαντασία, τη σύνθεση, και σε έναν χρόνο πέραν της μεταφυσικής, αναδεικνύει την ανθρωπολογική διάσταση της ποίησης και κάπως παράδοξα επαναφέρει τη μαγεία, την αμεσότητα, δηλαδή, ενός γλωσσικού αντικειμένου-τοτέμ.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αποτελείται από ποιήματα που ακούγονται σαν απόηχος από το προηγούμενο βιβλίο του Φαγιούμ, με σαφείς αλλά επιδέξια και αποτελεσματικά οργανωμένες αναφορές στη σύγχρονη Ελλάδα και τις αντιφάσεις ή τις απογοητεύσεις της, χωρίς αυτό να περιορίζει την ποιητική τους λειτουργία Και σε αυτό το μέρος, τα πεζόμορφα κείμενα μοιάζουν να φέρουν πιο ισχυρά την ποιητική έρευνα του Ρακόπουλου, έχοντας πάντα υπ’ όψιν ότι στη σύγχρονη ποίηση δεν μιλάμε για παγίωση ενός ύφους αλλά για τη διαμόρφωση ιδιώματος που εξυπηρετεί κάθε φορά το συγκεκριμένο έργο. Τελειώνουμε με ένα απόσπασμα από το ποίημα «Τάιγκα»: «κανένα παρελθόν δεν ανασυγκροτείται», τους απάντησε εκείνη, φοβούμενη για το ωραίο της χέρι, «και μάλιστα στο όνομα ενός μέλλοντος. Το δάσος που έχει η μετάλλινη υφή στο δάχτυλό μου αποτυπώσει είναι ένα πέρασμα: η ακριβής τύπωση της διέλευσής του. Μπορεί να είναι όμοιο με αυτό που χάθηκε, με αυτό που θυμάστε (κι αλήθεια, μπορεί μια στατική δική σας μνήμη να είναι το μέλλον των παιδιών σας;), όμως είναι η δική μου ιππήλατη βιασύνη που το γέννησε, κι αυτή δεν επαναλαμβάνεται.

-Κ.Η.

About isidorou

everyday life, daydreaming, critique,fragments and theories, impossibilities, practices,false strategies, city slang
%d bloggers like this: