Συζήτηση ΦΡΜΚ IV,Υποκειμενικότητα, ταυτότητα και διαφορά.

ΦΡΜΚ_Συζήτηση 4 /

Η εμπειρία του εαυτού στη σύγχρονη ποίηση

Η ποίηση είναι έκφραση ενός εαυτού; Πρόκειται άραγε για έναν μηχανισμό «αυτοσύλληψης»; Ποιος ο ρόλος του βίου και της βιογραφίας του ποιητή; Είναι η ποίηση τελικά μια διαδικασία τεχνολογίας ή ακόμη και εφεύρεσης εαυτού; Ένας είδος επιτέλεσης (performance) του εαυτού μέσα από τη γραφή;

(μιλείστε προαιρετικά για την χρήση του πρώτου προσώπου στην ποίησή σας)

Βασίλης Αμανατίδης

Τα ερωτήματα είναι πάντα, θαρρώ, κυρίως αυτά: ποιος μας γράφει, τι γράφουμε, ποιον γράφουμε εμείς; Άρα: πόσων φωνών πλάσματα είμαστε, ποιοι μάς έχουν δια-παρα-μορφώσει, πόσοι μας κατοικούν, πόσους κατοικούμε;

Ως προς τη διαδικασία της γραφής: Tην ώρα που γράφεις, «διαβάζεις» κάτι που υπάρχει μέσα σου και, καταγράφοντάς το, το αποτυπώνεις. Έτσι γίνεσαι και εσύ αναγνώστης μιας καταγραφής που αγωνίζεται διαρκώς να συντονιστεί με τη βαθύτερη, αόρατη, εσωτερική σου γραφή. Την ώρα της γραφής είσαι διαρκώς υπό αναίρεση. Είσαι ο ίδιος υπό κατασκευήν. Προσθέτεις και αφαιρείς, κάνεις πλαστική και γλυπτική, όπως ο πλάστης, που τοποθετεί ακόμα μια στoιβάδα υλικού πάνω στο έργο του, ακριβώς επειδή γνωρίζει ότι μπορεί μετά να το αφαιρέσει, δηλαδή να γίνει και γλύπτης. Η διαδικασία της συγγραφής είναι, επομένως, ένα μακρύ στάδιο που μοιάζει με αργοκύλισμα σε αμνιακά υγρά. Στο τέλος, όμως, πρέπει να αποφασίσεις ότι αυτό είναι. Όταν το βιβλίο «κλείνει», το υποκείμενο του ποιητή παραδίδει σε κοινή θέα ένα αντίτυπό του: ένα αντι-κείμενο, το ποίημα-βιβλίο, που δεν είναι βέβαια ο εαυτός του ποιητή, αλλά είναι του εαυτού του.

Τα κείμενα αυτά δεν αλλάζουν πια. Είναι εγκλωβισμένα στην παλιά τους ηλικία, στην παλιά σου ηλικία, είναι παγιωμένα. Αν εξελίσσονται κάπως, αυτό γίνεται μόνο μέσα από τον τρόπο που θα γονιμοποιήσουν τα επόμενα κείμενά σου. Έτσι απαλλάσσεσαι ευτυχώς και από το πραγματικό γονεϊκό πρόβλημα. Ο μόνος τρόπος για να τα κάνεις να μεγαλώσουν είναι να φτιάξεις καινούργια κείμενα. Αυτό είναι η μοίρα του συγγραφέα γενικώς. Να ποιεί κείμενα που ακολουθούν τη δική του ζωή, τη δική του πορεία ενηλικίωσης, γήρανσης. Και να ελπίζει πως όταν αυτός πεθάνει, τα κείμενά του θα είναι για κάποιο καιρό ακόμη εν ζωή.

Επομένως, εν τέλει, είσαι με το πέρασμα του χρόνου και εσύ μια συναινετική γονεϊκή φιγούρα για τα κείμενά σου. Αλλά πρέπει κάθε φορά να είσαι προετοιμασμένος να τα εγκαταλείψεις, υπό μία έννοια να τα προδώσεις για ένα άλλο βιβλίο. Αυτή είναι μια διαδικασία απογαλακτισμού, κατά την οποία πρέπει να κόψεις τον λώρο. Στην ουσία, όλοι οι συγγραφείς –και ειδικά οι ποιητές– είμαστε παρένθετες μητέρες. Φτιάχνουμε κάτι και μετά δεν μας ανήκει. Ή το δίνουμε για υιοθεσία. Και ξαναφτιάχνουμε άλλο.

Σε μια παλιότερη συζήτησή μας, ο πεζογράφος Χρήστος Χρυσόπουλος μού είχε πει το εξής: «Ο ποιητής είναι αδύνατον να αποκρύψει το Εγώ του μέσα στο ποίημα, εντούτοις φτάνει όσο πιο κοντά γίνεται στην αφαιρετική πολυσημία – ενώ ο πεζογράφος έχει τρόπους να αποκρύψει το Εγώ του από τον κόσμο της μυθοπλασίας, αλλά θα είναι πάντοτε δέσμιος μιας συστατικής “αληθοφάνειας”». Δεν θα διαφωνήσω. Γνωρίζοντας ωστόσο τις εγγενείς πολυπλοκότητες των συνδυασμών.

Έτσι κι αλλιώς, προσωπικά, εννοώ όλα τα κείμενά μου ως γραφή «επιτελεστική» – θα συνεννοηθούμε καλύτερα αν την πούμε στα αγγλικά: performative. Εννοώ, δηλαδή, τον εαυτό μου ως έναν performer, ακόμη κι αν ποτέ δεν «ξαναδιαπράξω» ποιητικές performance. Επιχειρώ, όμως, κάθε φορά να ενσωματώσω με ποικίλους (υλικοτεχνικούς, τυπογραφικούς, κ.λπ.) τρόπους μέσα σε όλα μου τα βιβλία αυτήν την επιτελεστική τους πρόθεση και διαθεσιμότητα, μετατρέποντάς τα σε προσομοιωτικές εκδοχές της σωματικής μου οντότητας. Έτσι, η performative λογική (concept, κίνηση, φωνή) εγγράφεται στο τελικό κείμενο, καθώς οι λέξεις, οι τομές, η εναλλαγή των ποιημάτων υποκρύπτουν μία συνεχή νοητική, συναισθηματική, φωνητική και σωματική κινησιολογία.

Κλείνοντας: Κανένα βιβλίο δεν είναι λειτουργικό, εάν δεν πατά πάνω στο ατομικό βίωμα. Με την έννοια αυτή, όλα τα βιβλία είναι αυτοβιογραφικά. Όμως κανένα βιβλίο δεν οδηγείται πουθενά, εάν το βίωμα εκτίθεται μόνο για να εξορκιστεί ή εάν δεν έχει φτιαχτεί για να συμπεριλαμβάνει τους άλλους. Είναι όλα θέμα δραματουργίας, συνάφειας των υλικών, είναι ψυχικά μαθηματικά. Και έτσι θα έφτανα να πω πως όλη η τέχνη είναι κατά βάθος αυτοβιογραφική, αλλά δεν είναι πάντα έκφραση ενός και μόνο εαυτού. Κι αυτό γιατί δεν εμπεριέχουμε έναν μόνο –και μάλιστα ενιαίο– εαυτό, μα και γιατί ο εαυτός στην τέχνη μετατρέπεται πάντα σε μια κειμενική κατασκευή, σε μια συνθήκη. Εαυτός και έργο αποτελούν αλληλοδιδακτική μέθοδο: το έργο αλλάζει τον εαυτό και ο εαυτός το έργο. Τελικά είμαστε εξερευνητές του ψυχικού τοπίου, της ανθρωπινότητας και της έκφρασής τους, διαμέσου της γλώσσας, όμως το ραβδί της εξερεύνησης είναι πάντα ο εαυτός μας. Αλλά ο εαυτός μας ως το προς εξερεύνηση ανοίκειο, όχι ως το γνωστό και τρυφηλό μας οικείο.

Παναγιώτης Ιωαννίδης

Και η ποίηση, όπως κάθε τέχνη –τουλάχιστον στον Δυτικό κόσμο τους τελευταίους αρκετούς αιώνες– έχει ως αφετηρία την αυτο-έκφραση. Μα για να φτάσει να αξιωθεί το όνομα της ποίησης (της τέχνης), θα πρέπει (και) κάτι άλλο να συμβεί: ακριβέστερα, θα πρέπει κάτι άλλο να κάνει το ίδιο το ποίημα (το έργο τέχνης), πέρα απ’ το να εκφράζει έναν «εαυτό». (Τούτο προσπάθησα κάπως να προσδιορίσω, απαντώντας προ διετίας στην πρώτη ερώτηση αυτής της συζήτησης, περί ποιητικότητας.) Άρα, όσο και αν ο βίος της ποιήτριας αναποφεύκτως τρέφει το έργο (βίος, πέρα από τα «βιώματα», είναι και η σκέψη, και ο στοχασμός για άλλα έργα, κ.ο.κ.), το άξιο του ονόματός του ποίημα πάντα υπερβαίνει την αυτοβιογράφηση και την εξομολόγηση. (Εξού και δεν θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, καν να συζητούνται ως ποιητικά, πλήθος κείμενα: σημερινά και στη γλώσσα μας, μα και αλλοτινά, και σε άλλες γλώσσες. Ενδεικτικά και συνθηματικά: συγκρίνετε τη «χρήση εαυτού» της δημοφιλέστατης ποιήτριας Ντίκινσον και του δημοφιλέστατου Μπουκόφσκι.)

Πώς τις υπερβαίνει; Είναι επαρκής απάντηση η «απεύθυνση»; (Απεύθυνση μπορεί να έχει και μια οποιαδήποτε εξομολόγηση.) Ή μήπως πρέπει, σχεδόν ταυτολογικά, να παραδεχθούμε ότι η μόνη δυνατή απάντηση είναι: «διά της τέχνης»; Χρησιμοποιώντας, δηλαδή, όλα εκείνα τα –π.χ., ασυνήθη στον τρέχοντα λόγο– μέσα που θα μεταμορφώσουν το κείμενο από απλή εκπορευόμενη έκφραση σε ακτινοβολούσα αυτόνομη οντότητα. Όποτε τούτο συμβαίνει –όποτε, δηλαδή, όντως υφίσταται ποίημα–, το οιοδήποτε γραμματικό πρόσωπο (α′, β′, γ′ – του ενικού ή του πληθυντικού, αδιάφορο) έχει αυτομάτως χάσει τη συμβατική του διάσταση και καταστεί προσωπείο του (δυνάμει) οικουμενικού (και εκ νέου απείρως εξατομικεύσιμου).

Τώρα, ας έρθουμε στο πιο δύσκολο ερώτημα: ο ποιητής, καθώς γράφει ένα ποίημα, «συλλαμβάνει» και μας προσφέρει ένα κομμάτι του εαυτού του ή (αντιθέτως, μα και ενδεχομένως συμπληρωματικά) διερευνά κάτι ώς τότε άγνωστό του, «εφευρίσκοντας», κατά τη διαδικασία της γραφής, αυτό που θα μας προσφέρει, και το οποίο, με το πέρας της διαδικασίας, θα έχει γίνει κομμάτι (και) του «εαυτού» του;

Είτε την πανάρχαια πίστη στον «οικείο δαίμονα» επικαλεστούμε, είτε την πιο πρόσφατη ψυχανάλυση, δεν μπορούμε παρά να δεχθούμε ότι ο «εαυτός» απαρτίζεται και από άγνωστές μας περιοχές: κάποιες, δε, τόσο σκοτεινές, που συχνά μοιάζουν (ή, κατ’ άλλους, είναι) εξωτερικές προς αυτόν. Άρα, κάτι που μοιάζει καινοφανές εύρημα, μπορεί να είναι απλώς προϋπάρχον κτήμα που αποκαλύφθηκε. Ωστόσο, οπωσδήποτε και η διερεύνηση με σκοπό την (γνωσιακή ή αισθητική) κατάκτηση των «εκτός εαυτού» («του κόσμου») ανήκει στους τρόπους της τέχνης.

Αλλά τούτο αποτελεί μάλλον αντικείμενο άλλης ερώτησης.

Γιάννα Μπούκοβα

Όταν γράφω δεν έχω επίγνωση του «εαυτού». Νιώθω περισσότερο σαν τον φυσικό που επεξεργάζεται τη θεωρία του: δουλεύω δηλαδή μέσα στο πλαίσιο μιας αφαίρεσης, όπου τα προσωπικά στοιχεία έχουν να παίξουν ελάχιστο ρόλο για το τελικό αποτέλεσμα. Στις λίγες περιπτώσεις που έτυχε να συμπεριλάβω ατόφια κομμάτια βιωματικής εμπειρίας, το έκανα απολύτως χρηστικά, με βάση τη λειτουργικότητά τους και μόνο. Η σχέση είναι μονοδρομική, η ανάγκη προέρχεται από το κείμενο προς εμένα, ποτέ το αντίθετο. Το κείμενο για λόγους ισορροπίας μπορεί να μου ζητήσει κομμάτια «εαυτού». Ποτέ κομμάτια προσωπικής εμπειρίας δεν στάθηκαν ικανά να «προκαλέσουν» κείμενο. Έτσι και αλλιώς είμαι της γνώμης ότι στην ποίηση υπάρχουμε όλοι μυθιστορηματογράφοι: όλα τα πρόσωπα –και το πρώτο, και το δεύτερο, και το τρίτο– είναι στο μεγαλύτερο βαθμό χαρακτήρες, προσεκτικά πλαισιωμένοι και σκηνοθετημένοι ρόλοι.

Τρέφω βαθιά εκτίμηση στους καλλιτέχνες που είναι ικανοί να μετατρέπουν προσωπικό υλικό σε ποιοτικό έργο. Οι περιπτώσεις τους μοιάζουν ακόμα πιο σπάνιες, λόγω της γενικής κατάχρησης του «εγώ» στην ποίηση, ειδικά στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Τελικά ο χειρισμός του «εαυτού» είναι τέχνη πολύ προσωπική. Δεν μπορώ να φανταστώ όχι μόνο κοινό έδαφος, αλλά ακόμα και οποιοδήποτε σημείο σύγκλισης από καλλιτέχνη σε καλλιτέχνη.

Βιώνω την ποίηση ως τέχνη της αφαίρεσης. Με ελκύει η ικανότητά της να μετατρέπει κάθε γλωσσικό δείγμα, κάθε σύμπλεγμα εικόνων και γεγονότων σε «συμβολική γλώσσα», δηλαδή σε γλώσσα έρευνας, προβληματισμού και ανακάλυψης. Ο βιογραφικός και ψυχολογικός «εαυτός» μου μοιάζει μόνο ένα μικρό κομματάκι στο γνωστικό παζλ του κόσμου.

Ταυτόχρονα γνωρίζω ότι αυτή η στάση μου διόλου δεν αποκλείεται να αλλάξει. Πιστεύω ότι μία από τις συνθήκες ένας καλλιτέχνης να «βαλτώσει» είναι η προσκόλληση σε έναν και μόνο τρόπο χειρισμού του «εαυτού», σε μία και μόνη στάση και απόσταση απέναντι στην έννοια του «εγώ». Το ότι η επεξεργασία του βιογραφικού μου υλικού είναι κάτι τόσο ξένο προς τη δουλειά μου σήμερα θα μπορούσε να είναι μια γόνιμη πρόκληση εξερεύνησης ενός ολόκληρου καινούργιου πεδίου στο μέλλον.

Φοίβη Γιαννίση

Γράφει η Braidotti1: «Νομαδισμός: Ιλιγγιώδης πρόοδος προς την αποδομημένη ταυτότητα, μοριοποίηση του εαυτού». Όπως σημειώνει η Trinh T. Minh-ha2: «Το γράφειν είναι γίγνεσθαι. Όχι γίγνεσθαι συγγραφέας (ή ποιητής), αλλά γίγνεσθαι, αμετάβατα».

Γράφουν στο Mille Plateaux οι Deleuze-Guattari:

«Αν ο συγγραφέας είναι μάγος, είναι γιατί το γράφειν είναι γίγνεσθαι, το γράφειν διασχίζεται από παράξενα γίγνεσθαι που δεν είναι γίγνεσθαι-συγγραφέας, αλλά γίγνεσθαι-ποντίκι, γίγνεσθαι-έντομο, γίγνεσθαι-λύκος, κ.λπ.». Είσαι γεωγραφικό μήκος και γεωγραφικό πλάτος, ένα σύνολο ταχυτήτων και βραδυτήτων ανάμεσα σε αδιαμόρφωτα σωματίδια. ένα σύνολο από αποϋποκειμενοποιημένες συγκινήσεις. Έχεις την ατομικότητα μίας μέρας, μίας εποχής, ενός έτους, μίας ζωής (ανεξάρτητα από τη διάρκειά της) – ενός κλίματος, ενός ανέμου, μίας ομίχλης, ενός σμήνους, μίας αγέλης (ανεξάρτητα από την κανονικότητά τους). Ή, τουλάχιστον, μπορείς να την έχεις, μπορείς να τη φτάσεις. Ένα σύννεφο ακρίδες φερμένο από τον άνεμο στις πέντε το απόγευμα, ένας βρικόλακας που βγαίνει έξω τη νύχτα, ένας λυκάνθρωπος στην πανσέληνο».3

Ας πούμε ότι τα δύο αυτά αποσπάσματα φτιάχνουν το κάδρο μίας Χίμαιρας. Τι είναι η Χίμαιρα; Μυθικό ον, λέει το Wikipedia, τέρας που ξερνάει φωτιά, πλάσμα, από τη Λυκία της Μικράς Ασίας, αποτελούμενο από περισσότερα από ένα ζώα. Συνήθως απεικονίζεται ως λιοντάρι, με ένα κεφάλι γίδας να του βγαίνει από την πλάτη και μία ουρά που τελειώνει σε κεφάλι φιδιού, και θεωρούνταν παιδί του Τυφώνα και της Έχιδνας και αδέρφι του Κέρβερου και της Λερναίας Ύδρας.

Λέει ο Σωκράτης μέσω του Πλάτωνα:

«– Πλάσε μία εικόνα της ψυχής, να είναι σαν εκείνες που λένε σε μύθους οι παλαιότεροι, όπως της Χίμαιρας, της Σκύλλας ή του Κέρβερου, και των άλλων πολυάριθμων παραδειγμάτων, όπου ονομάζονται πολλές ιδέες/μορφές ως να είχαν φυτρώσει μέσα σε μία. …Πλάσε λοιπόν τη μορφή ενός θηρίου ποικίλου και πολυκεφάλου, έχοντας σε έναν κύκλο κεφάλια αγρίων και ήμερων θηρίων, ώστε να μπορεί κανείς να τα κάνει να αλλάζουν και να γεννούν τα ίδια όλα αυτά τα παρόμοια.

Δεινού πλάστη είναι το έργο. Επειδή όμως ο λόγος είναι πιο εύπλαστος απ’ το κερί και από άλλα παρόμοια, ας την πλάσω». 4

Την ώρα που γράφω κάτι ακούγεται και κάτι πλάθεται και κάτι μεταβάλλεται και κάτι ακούγεται και κάτι γράφεται. Είναι μία απάντηση όλο τούτο σε κάτι; Είναι το κάτι αυτό εσωτερικό; Έρχεται να χτυπήσει την πόρτα να εισέλθει, να ενσωματωθεί και να αποβληθεί προς τα έξω ως μορφή;

Γράφοντας είμαι ανοιχτή σε ένα έξω που έρχεται και με βάλλει και με τρυπάει. Είναι το έξω αυτό αίσθημα; Είναι ο άλλος, οι άλλοι, το άλλο; Είναι τόπος; Είναι μνήμη; Είναι ο ίδιος ο λόγος το έξω, που θα μηρυκάσω για να το φτύσω μασημένο και μισοχωνεμένο;

Γράφοντας πλάθω μία σωματική εμπειρία που εισέρχεται και εξέρχεται ως λέξη. Ποτέ δεν είναι αρκετή. Και πάντοτε περισσεύει. Εργαζόμενη τη γραφή, ενσυνείδητα εκβάλλω τη μορφή με τέτοιον τρόπο ώστε τα υποκείμενα να μπορούν να πολλαπλασιαστούν. Ο διασκελισμός του στίχου και η έλλειψη σημείων στίξης υλοποιούν μία εναλλασσόμενη πολλαπλή θέση του υποκειμένου, που εν δυνάμει ανήκει και πάνω και κάτω στη σειρά, ώστε να ενσωματώσει διαφορετικά νοήματα. Άλλοτε με μεγαλύτερη μοριακότητα, άλλοτε πιο σφιχτά και αντιστικτικά.

Μαζί, τα τελευταία χρόνια, ασκώ ένα είδος ανθρωπολογικής ποιητικής: υπάρχει πάντα ένας άλλος που ερευνώ, παρατηρώ, συλλέγω, καταγράφω, ενσωματώνω και αγαπώ. Ο άλλος είναι ζώα και είναι άνθρωποι και είναι τόποι και καιροί. Θέλω να μεταφέρω στην ποίηση την εμπειρία αυτού του άλλου, θέλω να πολλαπλασιάσω τη δική μου εμπειρία μέσα από τη γνώση του άλλου ως διαφορετικό υποκείμενο που μπορώ να συναισθανθώ. Στη μεταφορά αυτή παρασέρνονται κι άλλα κείμενα, άλλων, αλλού, κάποτε, ήχος και ηχώ, που συρράπτω μαζί με τα δικά μου, κάποιες φορές εμφανώς και κάποιες μυστικά, σαν υπόγειο τραγούδι.

Στα υποκείμενα αυτά της γραφής έρχεται, τέλος, να προστεθεί εκείνο του αναγνώστη. O αναγνώστης ενσωματώνει το εγώ της γραφής κατά την ανάγνωση, γινόμενος το όργανο που το εκφέρει, με δυνατή φωνή, ή σιωπηλά, από μέσα του.

Έτσι ίσως μπορούμε να έρθουμε στην άλλη θέση που κάποτε διάβασα, ότι δηλαδή η ετυμολογία της λέξης εγώ είναι εδώ. Αν η προέλευση της λέξης εγώ είναι το εδώ, τότε το εγώ στην πρώτη του έννοια δηλώνει την παρουσία σε ένα εδώ. Εγώ δεν είμαι άλλη από αυτήν που απευθύνεται αυτήν τη στιγμή από το εδώ που βρίσκεται. Εγώ δανείζω τη φωνή μου στο εδώ για να μιλήσει. Το εγώ που επικοινωνεί, είτε γράφοντας, είτε αναγιγνώσκοντας, είτε εκφέροντας, χάνει τα στοιχεία του προσώπου για να ενσωματώσει πλέον μία θέση, μία ενσώματη επιτελεστική θέση. Και η θέση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι πολλαπλή.

Βέβαια το αγγλικό λεξικό δε γνωρίζει την άλλη έννοια της γλώσσας, τη σημερινή στα νέα ελληνικά, που εν μέρει ακολουθεί και την αρχαία, που με αυτήν τελειώνω, και που ακούγεται στην έκφραση: «κυνηγά χίμαιρες». Δηλαδή το απραγματοποίητο.

Κατερίνα Ηλιοπούλου

«Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον εαυτό του. Χρειάζεται ένας συγγραφέας για να τον ανακαλύψει». (Από τα Σημειωματάρια του Αντρέι Πλατόνωφ.)

Αλλά ούτε και ο συγγραφέας γνωρίζει τον εαυτό του. Χρειάζεται να γράψει για να τον ανακαλύψει. Το ερώτημα Ποιος είμαι; ή ακόμα και τι είμαι; αναδύεται στην ποίηση σε αντίθεση με την κατάφαση στον εαυτό που είναι ο μόχθος του βίου. Η εσωτερική αναζήτηση που εκφράζεται με τον ποιητικό λόγο αμφισβητεί τα όρια ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο και ακολουθεί μία πορεία διερεύνησης των σχέσεων του εαυτού με τον άλλο, με το σώμα, τον νου, τα όνειρα, την κοινωνική ή φυλετική ταυτότητα, κ.λπ. Ο εαυτός ορίζει μία τοπικότητα, μία στάση, ενώ η ποίηση είναι η δυνατότητα της έκ-στασης, που δεν σημαίνει μόνο υπέρβαση των ορίων, αλλά και τον ενδιάμεσο χώρο, την ίδια την εμπειρία του ορίου.

Αυτό που ανακαλύπτουμε με τη γραφή είναι πως ο εαυτός δεν είναι μια παγιωμένη ολότητα, αλλά μια κινούμενη αναφορά, μια δυναμική. Ο εαυτός διαβρώνεται, διασχίζεται από την εμπειρία, αλλά μέσα στη γραφή αποκαλύπτεται η αμφισημία όλων των συμβάντων, καθώς φανερώνεται ο λαβύρινθος των συνδέσεων και η απειρία των λεπτομερειών που τα συνθέτουν.

Η συζήτηση για την ατομική εμπειρία μέσα στη γραφή αναδεικνύει τη θεμελιακή διαφορά μεταξύ ζωής και τέχνης. Μέσα στο άναρχο, διαμεσολαβημένο, απροσπέλαστο, επαναλαμβανόμενο πεδίο του ατομικού βίου, το αρνητικό παιχνίδι της τέχνης εγκαθιδρύει μία τάξη που περιλαμβάνει την πρόθεση, την ερμηνεία, την κατασκευή και την πλάνη, και πορεύεται πέρα από το πεδίο της συναίνεσης και της συναίρεσης στην ανάδειξη της μοναδικότητας της στιγμής και της πολλαπλότητας της εμπειρίας. Το Εγώ που μιλάει οφείλει να εκφράζει μια αμφιθυμία, αφού δεν είναι ποτέ αυτόνομο, αλλά μάλλον το σημείο τομής πολλών φωνών, όχι μόνο εσωτερικών αλλά και πλήθος άλλων έξω από αυτό. Μπορεί η αναφορά στο καθημερινό και τετριμμένο να είναι η αφορμή, το βλέμμα που εξετάζει την ανυπότακτη, αντιφατική πραγματικότητα, που προετοιμάζει τη διάρρηξη από το ποίημα, αλλά ενσωματώνοντας την αντίφαση ότι την ορίζει ως απρόσιτη.

Οι τρόποι με τους οποίους αναδύομαι στη γραφή ορίζουν και τη συνθήκη του πεπερασμένου, του μέχρι που μπορεί να πάει η γραφή. Ο εαυτός δεν μπορεί να συλλάβει πλήρως τον εαυτό. Γράφοντας ή αναπεριγράφοντας την εμπειρία κατανοούμε πως ο εαυτός παραμένει δυναμικό πεδίο, ίλιγγος δυνατοτήτων. Γι’ αυτό και η γραφή αποτελεί διαδικασία αυτογνωσίας. Καταλαβαίνω πως οι εμπειρίες μου δεν μου «ανήκουν», δεν πιστοποιούνται ως ταυτοτικά γεγονότα, παρά περισσότερο αποτελούν εκφάνσεις μιας συνείδησης σε εγρήγορση που συμμετέχει σε ένα γενικότερο γίγνεσθαι. Ο τρόπος που παρατηρώ τον εαυτό μου μέσω της ποίησής μου διδάσκει πως δεν υπάρχει αρχιμήδειο σημείο, πλεονεκτική εποπτική θέση. Ούτε εαυτός υπάρχει ούτε κόσμος αλλά μάλλον ένας μεσάζοντας, ο συγγραφέας που αναλαμβάνει κάθε φορά την ευθύνη της αναπεριγραφής από ένα νέο σημείο θέασης.

Το ίδιο το «έργο» που αποτυπώνει, υποτίθεται, την εμπειρία, ξεφεύγει αναπόφευκτα από την αντικειμενική καταγραφή, το γράψιμο παραμορφώνει την εμπειρία, και αυτό το παραστράτημα, το ρήγμα, διασώζεται μέσα στο ποίημα σαν αμφισημία, αμφιβολία, διερώτηση, ανοιχτότητα. Ακόμα και ως αναγνωστικό συμβάν το έργο, το ποίημα, συνεχίζει να παραλλάσσεται. Έτσι η ποίηση απελευθερώνει την εμπειρία από την οριστικότητα του γεγονότος και την καθιστά αντικείμενο συνομιλίας. Μέσα στην ποίηση συναντώ τον άλλον αλλά συναντώ και τον εαυτό μου ως άλλον. Άλλωστε πολύ συχνά το γράψιμο προηγείται της εμπειρίας. Γράφω για να έχω την εμπειρία.

Αυτό που αντιλαμβάνομαι μέσω της γραφής δεν είναι, λοιπόν, ούτε η ταυτότητα ούτε η διαφορά, αλλά η πολλαπλή δυνατότητα των εμπειριών μου. Όχι το τι πραγματικά συνέβη, αλλά το αενάως συμβαίνειν, το ερχόμενο, το ενδεχόμενο.

Το γράψιμο για μένα είναι περισσότερο μια αναχώρηση από τον κοινωνικό εαυτό, το εγώ, και μία παραίτηση από την αναζήτηση μιας ρίζας, ενός θεμελίου, μιας αυθεντικής ολότητας. Είναι μια αντίστροφη ανάγνωση του κόσμου, επιστροφή στο σώμα, μια υποχώρηση προς το απρόσωπο στοιχείο, μέχρι και την αφωνία των υλικών. Από εκείνο το σημείο που μοιάζει πολύ μακρινό μπορώ να δω καλύτερα. Η αναγνώριση της απόστασης που χωρίζει την ατομική εμπειρία από τον κόσμο (το γίγνεσθαι) είναι και το μέτρο της αγάπης μας προς αυτό που αντιστέκεται στην κατοχή. Ο εαυτός θέλει να κατέχει, να καταλαμβάνει, να καταβροχθίζει, να καταναλώνει. Η γραφή είναι ένας τρόπος να αντιληφθώ πως το προσωπικό είναι ήδη πολλαπλό, πως δεν κατέχω τον εαυτό μου, άρα ούτε και τον άλλο. Η παραδοχή αυτής της παραίτησης από την κατοχή δημιουργεί στον συγγραφέα το χρέος να ανακαλύψει τον εαυτό του από άλλον δρόμο από την απουσία στον εαυτό μου, από μια απόλυτη αίσθηση ανεπάρκειας, από έναν ίλιγγο, μια διάρρηξη ή παύση. Όσο γράφεις τόσο κυριεύεσαι από την έλλειψη ενός πράγματος που ήταν κάποτε, κάπου δικό σου. Αυτός που γράφει έχει σαν κέντρο αυτή την έλλειψη, αυτή την «άπειρη δίψα».

Ορφέας Απέργης

Από θεού άρξασθαι, λέγανε οι παλιότεροι, ίσως και κάποιοι, λιγότεροι, στις μέρες μας. Αυτό σημαίνει «ξεκινάτε, αρχινήστε με το θεό» ή «αρχίστε με τα του θεού», ή «βρείτε θεό και μετά ξεκινήστε». Με τα χρόνια –της δικής μου της ζωής, όχι της συλλογικής, όχι της ζωής των καιρών– άρχισα, μυστηριωδώς πώς, ν’ αναλογίζομαι τα θεία, όχι σαν όπιο, ελπίζω, όχι σαν παραμυθία παρηγορητική, παρά σαν πράγμα άφευκτο και αληθινή ύπαρξη. Δεν είναι εύκολο να πεις «υπάρχει», είναι τόσο δύσκολο όσο το να πεις «δεν υπάρχω», με άλλα λόγια τη δική μου την ύπαρξη την καταλαβαίνω, όμως τι «υπάρχει» εκτός εμού; Μπορώ να μπω στο μυαλό των άλλων και μπορώ να πω ότι ναι, αυτό που βλέπω και νιώθω με τις αισθήσεις μου υπάρχει, γιατί το βλέπουνε κι οι άλλοι; Είναι ένα πράγμα, απειροστό, απειροελάχιστο, ίδιο στα μάτια έστω και δύο ανθρώπων; Αν το βλέπουν την ίδια στιγμή, το βλέπουν από διαφορετικά σημεία στον χώρο, άρα λίγο διαφορετικά, και αν το βλέπουν ακριβώς από το ίδιο σημείο στον χώρο, το βλέπουν αναγκαστικά σε διαφορετική χρονική στιγμή, άρα χρόνος και χώρος δεν μπορούν ποτέ ακριβώς να συμπέσουνε, έστω και για δυο ανθρώπους, έστω και για τις πιο αδελφικές ψυχές, τις ψυχές από την ίδια μήτρα, την ίδια δελφύ. Πόσο μάλλον για περισσότερους ανθρώπους και πόσο μάλιστα για τα πλάσματα τα μη χειροπιαστά, τα εκτός του φυσικού χώρου και χρόνου, τις ονειροφαντασιές.

Είναι, επομένως, θαύμα που υπάρχει υπόβαθρο για κοινωνία ανθρώπων, όχι για συμφέρουσα ante omnes –έναντι όλων– εταιρεία (societas, society, το λένε οι Δυτικοί καισαροπαπιστές), αλλά για μη αναγκαστικά συμφέρουσα, παρά υπάρχουσα, ενυπάρχουσα, immanent, κοινωνία, δηλαδή κοινοψυχισμός, κοινότητα ψυχών, ταύτισή τους κοινωνική.

Αυτό το κοινόν των ανθρώπων και η αγάπη που το στυλώνει και το συν-τηρεί με κάνανε να συλλογίζομαι όλο και πιο πολύ τον θεό μου. Αυτός ο θεός, ο σαρκωμένος, αφού χόρτασε τους τέσσερις χιλιάδες –να το πρόπλασμα, το αρχετυπικό και συμβολικό του κοινού των ανθρώπων– «απολύσας τους όχλους», αφού άφησε τον κόσμο να φύγει κι όταν πια ήρθε στα μέρη της Καισάρειας του Φιλίππου –γιου του Ηρώδη και συζύγου της Σαλώμης έως το 34 μ.Χ.– αυτός ο θεός, λοιπόν, άρχισε να φανερώνει στους μαθητές του τα επερχόμενα πάθη του, τα «πολλά παθείν», κι έπειτα τους είπε «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί – απαρνησάσθω (εαυτόν), αράτω (σταυρόν) και ακολουθείτω (μοι). Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει. Όποιος όμως (εξαιτίας μου) χάσει τη ζωή του, θα τη βρει»: «ος δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού (ένεκεν εμού), ευρήσει αυτήν».

Αυτό το απαρνησάσθω, αράτω και ακολουθείτω, σε έγκλιση ευκτική και όχι τόσο προστακτική –«είθε» και «ας» λες, όχι κατ’ αναγκασμόν, όχι με το ζόρι– αυτή η τρίσημη ευχή και προτροπή είναι, στα δικά μου τα νιωσήματα, στις δικές μου τις έννοιες και έγνοιες, η καρδιά της πορείας ενός ποιητή. Απαρνιέμαι, αίρω και ακολουθώ.

Απαρνιέμαι τον εαυτό μου θα πει δεν τον εκφράζω, ή μάλλον τον εκ-φράζω, του φράζω τον δρόμο, αφού τον έβγαλα στον δρόμο και του είπα πάρε τη στράτα. Δηλαδή η έκφραση εαυτού ίσως να είναι δυνατή όπως με την παλιά έννοια της «εκφράσεως», την έννοια της ποιητικής, της ζωηρότατης και συχνά δραματικής περιγραφής ενός πραγματικού ή φανταστικού έργου ζωγραφικής ή άλλης παραστατικής τέχνης, όπως μας τη συνέστησε ο εκ Λήμνου Φιλόστρατος με τις «Εικόνες» του, όπου, τον 3ο αιώνα μ.Χ., «εκφράζει», περιγράφει καταλεπτώς, 64 πίνακες από μια Ν(ε)απολιτάνικη βίλα της ύστερης Ρωμαϊκής εποχής. Αν είναι ο εαυτός μου ένα τέτοιο περίτεχνο σπίτι, ας τον εκφράσω, ας ανοίξω και ας περιγράψω αυτό το σπίτι που είναι ο εαυτός μου σαν να ήτανε ήδη ένα έργο τέχνης, ας τον εκφράσω σαν μίμηση μιμήσεως και άρα ας τον καταργήσω διά των επάλληλων κατοπτρισμών, απομακρυνόμενος ολοένα από οποιαδήποτε βιοτική λεπτομέρεια. Αν ο εαυτός μου είναι αυτό το λαβυρινθώδες σπίτι, το δαιδάλειο, ας τον εκφράσω άφοβα – εκφράζοντάς τον θα τον έχω ήδη απαρνηθεί, δείχνοντας ακριβώς αυτήν τη δαιδάλεια φύση του – το τεχνουργηματικόν του χαρακτήρα του – που καταντά (καταλήγει ή κατατείνει, καλύτερα) σαν φύση πια να μην είναι. Αυτό σημαίνει εκ-φράζω κι απαρνιέμαι.

Κι ακόμα σημαίνει αυτό το δαιδάλειο, το ρευστότατο (ας πούμε και αυτή την ύστερα συνειδητοποιημένη λέξη που τόσο εξάπτει τη μεταμοντέρνα ονειροφαντασία μας) σπίτι ότι έχει (και να έχει) μέσα του κι ένα ζώον χιμαιρικό, κράμα ανθρώπου και άλλου, έναν μινώταυρο, που θα είναι εκεί με όρεξη να κατασπαράσσει ανθρώπους που πάνε να βρουν την άκρη, που τολμάνε να θέλουνε να λύσουν τον λαβύρινθο.

Το σπίτι του εαυτού είναι τόσο ρευστό που δε λύνεται, άρα δε λύνεται και η ποίησή του.

Στο ερώτημα «Τι θέλει να πει η ποιήτρια», απαντά κανείς λέγοντας «Δεν είμαι Θησέας και δεν υπάρχει Αριάδνη», δηλαδή «η ποιήτρια δεν θέλει να πει τίποτα, γιατί θέλει ναταπειόλαμαζί (έτσι χωρίς σημαντικά κενά μεταξύ των λέξεων, να μοιάζει όπως όταν χάνουν οι λέξεις το, ακριβές αρχικό, νόημά τους, όπως ακριβώς συμβαίνει στο ποίημα).

Ποίηση σημαίνει απαρνιέμαι τον εαυτό μου, σημαίνει αυτό το «ναταπειόλαμαζί», σημαίνει λαβύρινθο άλυτο, μινωταυρικό.

Κι ύστερα είναι το «αίρω» και το «ακολουθώ», αράτω και ακολουθείτω. Ο σταυρός που αίρω ποιητικά είναι «το κοινόν των ανθρώπων», είναι το ότι αυτό το σπίτι του εαυτού μου κατοικείται και από όλους, μα όλους, τους άλλους ανθρώπους μαζί. Φριχτή έλλειψη ηρεμίας και ιδιωτικότητος, δεν νομίζετε; Ένα σπίτι όχι μόνο ρευστό αλλά και ανοιχτό, έρμαιο στου καθενός το χούι και την ύπαρξη. Αυτό το lack of privacy, για μένα που ανδρώθηκα στην Αγγλία, είναι πραγματικός σταυρός αλλά (και άρα) τον αίρω και τον αίρεις, θεωρώ, αν είναι να κάνεις ποίηση της προκοπής, δηλαδή του πώς οι άνθρωποι και οι ανθρώποι προκόβουνε.

Σημαίνει αυτό το «αράτω» την του μείζονος ποίηση: «Οι άνθρωποι πεινάνε και διψάνε για έπος [με αφόρητη λαιμαργία και ανυπομονησία, θα προσέθετα]», λέει ο Μπόρχες, κι αυτό σημαίνει, κατά πολλές έννοιες, ότι «η μεγάλη [ας αφήσουμε, λέω, το ‘‘μεγάλη’’ και ας βάλουμε αντ’ αυτού ‘‘η Πραγματική, η εν τοις πράγμασι’’, όπου το κεφαλαίο Π είναι από το Λακάν], η Πραγματική (μεγάλη), λοιπόν, ποίηση είναι ποίηση του μεγάλου θέματος και το θέμα αυτό είναι μεταφυσικό». Αυτό το δεύτερο είναι του Σέρραρντ, νεοφιλέλληνος που πρόσφατα πέθανε – και τα δύο γνωμικά μού τα προξένεψε ο συγκαιρινός μου Νίκος Παναγιωτόπουλος, ποιητής Πραγματικός. Το «αράτω» σημαίνει την του μείζονος ποίηση, δηλαδή την ποίηση του κοινού των ανθρώπων, τη συμποίηση. Έτσι είναι που χάνεις τη ζωή σου, την ψυχή σου, τον εαυτό σου για να τον εύρεις πραγματικά, «κοντά σου έμαθα αυτό το ρυθμό: να χάνεται κανείς για να υπάρξει», που λέει και ο Γιώργης Σεφέρης ως Στράτης στις Έξι Νύχτες. Λέω και νιώθω, λοιπόν, ότι η Πραγματική ποίηση έχει τον ρυθμό της ανθρωπιάς. Και το μόνο κοινό που έχουνε οι άνθρωποι είναι η μεταφυσική –και όχι το έθνος ή ο καημός της Ρωμιοσύνης, να το λάθος το μικρομέγαλο του Σεφέρη, συχωρεμένο, γιατί επί αυτού του λάθους αυτοαναιρέθηκε–, έτσι είναι η ποίηση, ξεκινάς για την Ιθάκη και καταλήγεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους.

Κι από αυτή την κοινωνική –την κοινωνίαν ποιούσα– μεταφυσική βγαίνει και προκύπτει και το τελικό «ακολουθείτω». Εν αρχή είναι η αλαζονεία η ποιητική, το «ιδού εγώ» του Αβραάμ προς τον θεό του (χωρίς ίσως ο θεός να τον έχει καλέσει), το «να μιλήσω, ν’ ακουστεί η φωνή μου», το «να πείσω ότι αυτά εδώ έχουνε σημασία». Εξ αυτής της καλότατα εννοούμενης αλαζονείας βγαίνουνε οι περφόρμανσες (δείτε με, δείτε τι μπορώ να κάνω, τσίρκο αληθινό και καρναβάλι της γλώσσας μου, τεντωμένης), κι επίσης οι πειραματισμοί που κάνουνε και τα ποιήματα τα μέτρια, πλην πολύτιμα – μέτρια γιατί πρέπει τα άτιμα τα ποιήματα να ισορροπούνε μεταξύ πειράματος και πείρας, πολύτιμα όμως γιατί η ποίηση είναι η τεχνολογία της λογοτεχνίας, είναι το (πειραματικό) εργαστήριο όπου η λογοτεχνία δοκιμάζει τη νέα τεχνολογία της.

Αυτή όμως η ποιητικότατη αλαζονεία, το τάνυσμα, το τέντωμα της φωνής για ν’ ακουστεί είναι μαζί και σεμνότατο. Ο ποιητής κρίνει και κατακρίνει και πετάει στον κάλαθο των αχρήστων, κι αυτό είναι το πιο χρήσιμο για την ποίησή του. Κι αυτή η κριτική του σεμνότητα προκύπτει από την πίστη του, όχι την όποια μεταφυσική του πίστη, αλλά την πίστη του στη μεταφυσική. Βρίσκει και έχει θεό ο ποιητής, αλλιώς τι;

Η ποίηση είναι πίστη και κράση, μάλιστα «ποίηση είναι η γλωσσική κράσις της πίστεως».

1. Rosi Braidotti, 2011a, Nomadic Subjects. Embodiment and Sexual Difference in Contemporary Feminist Theory, Second Edition, New York: Columbia University Press, 1998, 16.

2. Trinh T. Minh-ha, Woman, Native, Other. Writing postcoloniality and feminism, Indiana University Press, 1989.

3. Deleuze-Guattari, Mille Plateaux, 37.

4. Plat. Rep. 9.588b-c.

About frmk poetry

Φάρμακο | Εξαμηνιαίο περιοδικό για την διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου Κυκλοφορεί! Στα βιβλιοπωλεία και σε επιλεγμένους χώρους τέχνης δύο φορες τον χρόνο.
%d bloggers like this: