Jean-Yves Bériou, Άνοιξη στο κόκαλο του χειµώνα

Μετάφραση-επίμετρο: Ναταλία Καραγιάννη

[Δύο ποιήματα του Ζαν Υβ Μπεριού. Την ολοκληρωμένη μετάφραση, επιλογή από το έργο του μπορείτε να διαβάσετε στο έντυπο περιοδικό]

 

Ο Jean-Yves Bériou, ποιητής με ευρύτατη κουλτούρα και έντονες λογοτεχνικές συγγένειες και αντιπάθειες, εγγράφεται αδιαμφισβήτητα στα πιο ενδιαφέροντα και ζωντανά κύτταρα της σουρεαλιστικής παράδοσης. Γεννήθηκε το 1948 στη Γαλλία και ζει από το 1987 στην Ισπανία. Έχει εκδώσει τα βιβλία: Le château périlleux (l2003), L´Emportement des choses (2009), Le monde est un autre (2013). Ποιήματα και μεταφράσεις του υπάρχουν σε πολλά γαλλικά περιοδικά, και πρόσφατα εκδόθηκε ένα βιβλίο με ποιήματά του στα ισπανικά, υπό τον τίτλο Εl arrebato de las cosas – «πράγματα» στα οποία αναφέρομαι πιο πάνω.

 

Ούτε θεός ούτε αφέντης

               

Ναι, στην Anne Marie Beeckman και στον Pierre Peuchmard

 

Δεν ψάχνεται

περπατάει σ’ έναν δρόμο άσπρο από τα πουλιά

 

Δεν υπηρετεί κανέναν αφέντη, ούτε καν εκείνον των πανδοχείων

το μεγάλο του νεύρο γυμνό που τριγυρίζει στους δρόμους της παιδικής ηλικίας

που περπατά στην ύπαιθρο το μεσημέρι

 

Η σπονδυλική του στήλη, ένα λάβαρο που μόνο ανεμίζει

στον αέρα των αστραπών

 

Έναν μεγάλο άνεμο ψάχνει, τίποτε άλλο

μια ορδή από σκληρές φλέβες, ένα χέρι

δεμένο κόμπο πάνω στη σκιά των βημάτων του

Δεν θα ψαχτεί ποτέ

 

Ξαναρχίζει τον δρόμο του, κι είναι ακόμα μεσημέρι

Η ύπαιθρος μαυρίζει, ατενίζει την πεδιάδα

τους αιώνες της, τις εγκαταλειμμένες φωτιές της, την ασπλαχνία,

τη θάλασσα πίσω από τη θάλασσα, το ιστιοπλοϊκό, το φαγωμένο

από τα σύννεφα, το ρύγχος του ουρανού

στην πιο ψηλή πέτρα, τα αρπαχτικά νύχια

του ουρανού πάνω στον αποχαιρετισμό, πάνω στο ταβερνάκι

και στον ίσκιο του πότη

 

Στις χαράδρες του ουρανού του πιο πλατύ, του πιο στυφού,

το μεσημέρι δεν θα χτυπά πια, μόνο αυτός ο αποχαιρετισμός:

το οξύ κεφάλι ενός πουλιού, τα κοκαλάκια του

το ρολόι του θανάτου

 

Δεν υπηρετεί κανέναν αφέντη, ούτε καν τον ίδιο του τον εαυτό

θα ξαναρχίσει τον δρόμο του, και είναι πάντα μεσημέρι

θα ξαναρχίσει τον δρόμο του, και πέφτει η νύχτα.

 

Ο κόσμος είναι άλλος

Ήξερε, λίγο, τους δρόμους: λάκκοι από χρυσάφι, καταρράχτες για τον διαφανή κατάδικο, την κορακίστικη τεμπελιά του.

 

Και να καεί ο ουρανός

και να παγώσουν τα δόντια τους, τα φιλιά τους

και να ξανάρθουν στις ταράτσες

τα μεγάλα πουλιά της ευαισθησίας.

 

————-

 

Συχνά οι παλιοί πεθαμένοι στηρίζονται στις θημωνιές. Ακολουθήστε, ακολουθήστε τον δρόμο σας, εβδομαδούλες: το φλογερό λιβάδι είναι η παιδική ηλικία που λέει ναι, που λέει όχι.

 

————–

 

Το να γνωρίζεις, το να μη γνωρίζεις, δεν θέλουμε τίποτα, θέλουμε: ο χειμώνας για το αγαπημένο κεφάλι, το καλοκαίρι των μπαμπούρων, το δηλητήριο των κομψών δημοκρατιών.

 

Και εκείνος, ο πολλαπλασιασμένος από τις εποχές

και εκείνος, που τίποτα δεν ήξερε για τη γνώση

και εκείνος, αλλά μια λεύκα από σπονδύλους,

ένας καθρέφτης που τρέμει.

 

————–

 

Ως το λαχάνιασμα, το νερό μες στο στόμα, την καρδιά στα χείλη, οι τσαλακωμένοι ασφόδελοι. Αλλά τι θα έλεγες για την αγάπη του αύριο, για τη μαύρη πέτρα των μυγών, για τη γαλάζια πέτρα όπου ονειρεύεται το ψοφίμι του ωκεανού;

(…)

Advertisements

About isidorou

everyday life, daydreaming, critique,fragments and theories, impossibilities, practices,false strategies, city slang
%d bloggers like this: