Του Χρήστου Μπιντούδη
Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που θα μπορούσαν να αιτιολογήσουν την ελληνική μετάφραση του
μανιφέστου μιας ποιητικής συλλογικότητας που πρόσφατα δημιουργήθηκε στην Ιταλία και που
(αυτο-)προσδιορίζεται ως “μη γενιά” post68. Ωστόσο, το συγκεκριμένο εγχείρημα αποκτά
ειδικότερο ενδιαφέρον αν σκεφτούμε πως αρκετά από τα ζητήματα που αναφέρονται στο κείμενο
που ακολουθεί, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση ιταλική ιδιαιτερότητα στη συζήτηση για την
ποίηση στην εποχή μας. Το ακριβώς αντίθετο. Διαβάζοντας το Manifesto poetipost68, που
πρωτοδημοσιεύτηκε στον ιστοχώρο leparolelecose στις 23 Ιανουαρίου 2022, με την υπογραφή της
ποιήτριας και εκδότριας Elisa Donzelli, εύκολα κανείς μπορεί να εντοπίσει θέματα που είτε έχουν
απασχολήσει είτε ακόμη απασχολούν και άλλα ποιητικά περιβάλλοντα στην Ευρώπη: η σχέση με
το παρελθόν, με την ιστορία, με τους προκατόχους· η διαφορετικότητα (variabilità την ονομάζει η
Donzelli) των φωνών, των εικόνων και των τοπίων αυτής της βιολογικής γενιάς· η μορφή, δηλαδή η
δομή (συλλογικότητα), που έχει σε κάποιες περιπτώσεις αποκτήσει το εγχείρημα· αλλά και η
σκιαγράφηση της προσωπικής ποιητικής πορείας μέσα σε μια εποχή, ή η χαρτογράφηση αυτής της
εποχής (σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις από την ίδια την χαρτογραφούμενη εποχή), είναι θέματα
που η Donzelli σχολιάζει και υπονοεί μέσα στο κείμενο, επιχειρώντας σχεδόν να διαμορφώσει ένα
δυνητικό πεδίο συζήτησης και προβληματισμού που πρέπει σε κάθε περίπτωση να εμπεριέχει
έντονο το στοιχείο της έρευνας, της μελέτης και της αναζήτησης συμπερασμάτων: έτσι η ποίηση
παρουσιάζεται ως κάτι που μεταβάλλεται διαρκώς, ως κάτι που εξελίσσεται, που αλλάζει, και
παράλληλα αποτελεί πεδίο πειραματισμού στο οποίο διάφορα άτομα μπορούν να συγκλίνουν και
να συμμετέχουν. Ίσως δεν πρέπει μάλιστα να εκπλήσσει το γεγονός πως η αντίληψη αυτή για την
ποίηση συναντάται παρόμοια και σε ποιητικές περιπτώσεις άλλων χωρών, όπως για παράδειγμα
της Ισπανίας και της Ελλάδας.
Σε κάθε περίπτωση, το όνομα poetipost68 ξεκαθαρίζει από την αρχή τη σημασία που αποδίδεται
στα γεγονότα και στους πρωταγωνιστές της μακράς δεκαετίας του ’60 που ξεκίνησε, για την Ιταλία,
κάπου στα 1957 και κορυφώθηκε με τα κινήματα του ’68 από τα οποία προέκυψαν και οι
φεμινιστικές πρωτοβουλίες των επόμενων χρόνων. Η σχέση (ή η απουσία της) με εκείνη τη
(βιολογική) γενιά ποιητριών και ποιητών καθίσταται, θα έλεγε κανείς, σχεδόν καταστατική
προϋπόθεση μέσα στο κείμενο της Donzelli. Ποια είναι σήμερα, αναρωτιέται η συγγραφέας, η
σχέση όσων γεννήθηκαν μετά το ’68 και πριν τα 90s, με τους πατέρες και τους θείους (τις μητέρες
και τις θείες) μας, τους ποιητές δηλαδή μιας γενιάς περασμένης, του ’68; Η αναφορά σε αυτή τη
σχέση οδηγεί αναπόφευκτα στο δεσμό των σημερινών ποιητριών και ποιητών της Ιταλίας με το
παρελθόν, με την ιστορία, με τα δημόσια γεγονότα που σημάδεψαν – και βιωματικά, αλλά και
τραυματικά – τη γενιά τους, όπως και με τα γεγονότα του ιδιωτικού βίου. «Ποια υπήρξε η σχέση
μας με την μνήμη και την ιστορία; Γιατί, στις περισσότερες περιπτώσεις, αναβλήθηκε ή μοιάζει σαν
να μην υπήρξε ποτέ μια σχέση με τα γεγονότα; Πόσα πράγματα των πατέρων, όπως πρότεινε ο
Freud, χρειάστηκε συμβολικά να σκοτώσουμε για να μεγαλώσουμε;», αναρωτιέται η Donzelli
εκφράζοντας μέσα από τα λόγια της μια συλλογικότητα. Ποια ήταν η σχέση τα τελευταία χρόνια
μεταξύ της ποίησης και των υπόλοιπων τεχνών; Υπήρξε ποτέ μια τέτοια σχέση, αναρωτιέται, και αν
ναι, τι αποτελέσματα έφερε στον ποιητικό λόγο: εκφραστικά, θεματικά, μορφικά, υφολογικά;
Ο ερευνητικός χαρακτήρας αυτής της συλλογικότητας που αντιμετωπίζει την ποίηση ως φαινόμενο
και όχι απλώς ως θέση, αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν κάποιος “ξεφυλλίσει”, παράλληλα με
το Μανιφέστο, το blog των poetipost68 και διαβάσει κείμενα συντελεστών ή συνεργατών της
συλλογικότητας όπου οι παραπάνω ερωτήσεις μετατρέπονται πλέον σε αντικείμενο έρευνας και
μελέτης: όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το κείμενο του Marco Pelliccioli όπου ο συγγραφέας
αναρωτιέται αν I poeti nati negli anni Settanta e Ottanta si ispirano ancora alla lingua parlata o
tendono a ricorrere a una lingua fortemente letteraria? Per quale motivo? ή με το συλλογικό
κείμενο Lo spazio nella poesia post ’68: stanze, habitat, paessaggi που υπογράφουν οι Donzelli,
Amos, Sinicco, τα οποία εμφανίστηκαν το 2022.
Τέλος, να σημειωθεί πως η συλλογικότητα δημιουργήθηκε μέσα στην εμπειρία της πανδημίας, ενώ
έχει ενδιαφέρον να τονιστεί η γεωγραφική ποικιλία που καλύπτει ως προς τα άτομα που
συμμετέχουν και που την απαρτίζουν: από την Τεργέστη και τη Βόρεια Ιταλία, ως την Ρώμη και τη
Νάπολη. Κοινό στοιχείο, σημείο αναφοράς, παραμένει, αναπόφευκτα, η ληξιαρχική πράξη
γεννήσεως.
Manifesto PostPoeti68
Της Elisa Donzelli
Για όποιον γεννήθηκε μετά το 1968 – η χρονιά παρόλο που δεν είναι αυθαίρετη χρειάζεται να
θεωρηθεί περισσότερο συμβολική παρά πραγματική, και μπορεί να λειτουργήσει αναδρομικά για
μια ακόμη διετία – στην ποίηση, και όχι μόνο, δεν υπήρξε δυνατό είτε δεν ενδιαφερθήκαμε οι ίδιοι
να αποτελέσουμε μέρος μιας συλλογικότητας. Μεγαλώσαμε διαβάζοντας πατέρες και θείους της
ποίησης (λιγότερο μητέρες και θείες) μέσα από ένα γεωλογικό πρίσμα, δίχως να λάβουμε υπόψη
μας, παρά μόνο ίσως περιστασιακά, για τους πρώτους πως στην αρχή συνδέθηκαν με την πολιτική
για να απογοητευτούν αργότερα από αυτήν· για τους δεύτερους πως είχαν μεγαλώσει στις
παρυφές των πραγμάτων δίχως ιστορία. Αυτή η έλλειψη ιστορίας μάς έκανε να συνάψουμε μια
στενή σχέση με τους παππούδες μας (ελάχιστες γιαγιάδες εμπεριείχανε οι ανθολογίες μέσα από
τις οποίες διαμορφωθήκαμε) και, στην περίπτωση πολλών από εμάς, ιδιαίτερα με δύο: με τον
Franco Fortini και τα Sette canzonette del Golfo από τη συλλογή Composita solvantur του 1994·
νωρίτερα με τον Vittorio Sereni, που εκ των πραγμάτων και μοιραία μάς προανήγγειλε, χάνοντας,
πρώτος μεταξύ των υπολοίπων, το μεγάλο ραντεβού με την ιστορία. Με μια αμήχανα σημαντική
διαφορά: ο Sereni, που είχε περάσει τα τριάντα με το Diario d’Algeria και είχε από καιρό
εγκαταλείψει το μέτωπο της νεότητας, μερικά χρόνια πριν από το 1947 είχε υπάρξει φυλακισμένος
που είχε συνείδηση για όσα συνέβαιναν γύρω του. Είχε συνείδηση των γεγονότων και των
καταστάσεων που τον απέκλειαν, αλλά που συνάμα τον ενδιέφεραν στην ποίηση, καθώς
σχετίζονταν με την Ευρώπη και τον κόσμο.
Ο 20ός υπήρξε ο αιώνας της καλλιτεχνικής νεύρωσης. Μολονότι η επαφή με την πραγματικότητα
υπήρξε συγκρουσιακή και ελάχιστα προσαρμοστική, τουλάχιστον για όσους έγραφαν, παρέμενε
σε κάθε περίπτωση μια επαφή. Όποιος γεννήθηκε στα ́70s και στα ́80s ανέπτυξε μια ψυχωτική
σχέση με το περιβάλλον· το φαινόμενο είχε παρουσιαστεί ήδη στα ’60s, αλλά όχι με συστηματικό
τρόπο. Τα σημαντικότερα γεγονότα και πρόσωπα που σημάδεψαν την περίοδο της δικής μας
ανάπτυξης και έπειτα διαμόρφωσης, από τον Γκορμπατσόφ και το Τσέρνομπιλ έως την πτώση του
Τείχους, από τη δολοφονία των Falcone και Borsellino έως την εικοσαετία του Μπερλουσκόνι, από
τους G8 της Γένοβας έως τους Δίδυμους πύργους, τα ζήσαμε και τα είδαμε στην οθόνη. Σε αντίθεση
με όσους γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’90 ή στις αρχές του 21ου αιώνα, η δική μας προσέγγιση στην
instant και εικονική πραγματικότητα συνέβη με διαίσθηση, από στόμα σε στόμα, και όχι με τρόπο
naturaliter. Τη δεκαετία του ’90 πολλοί από εμάς βουλιμικά αλλά ανέτοιμοι συνδεόμασταν με το
σύστημα “άμεσης” επικοινωνίας μέσα από τη χρήση της κινητής τηλεφωνίας που πολύ σύντομα
αντικαταστήθηκε από τα smartphone, τα social network, τις εικόνες σαν stories. Κοντολογίς, αν
σκεφτόμασταν τις “συλλογικές” αιτίες που δεν μας αφήνουν να γίνουμε μέρος μιας
συλλογικότητας, ίσως να κατηγορούσαμε λιγότερο τους εαυτούς μας. Είναι διαφορετικό βέβαια
αν κάποιος δεν κατάλαβε ότι η ποίηση αναπόφευκτα απορρόφησε την ιστορική και προσωπική
ιδιομορφία της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας μας.
Αν εξαιρέσουμε το έργο που έγινε από κάποιους πατέρες περισσότερο γενναιόδωρους από άλλους
για να μας προωθήσουν, (ο Franco Buffoni με τα Quaderni italiani di poesia contemporanea που
ξεκίνησαν το 1991· μια εικόνα μας όταν ήμασταν ακόμη πραγματικά νέοι στο I poeti di vent’anni σε
επιμέλεια του Mario Santagostini το 2000· αργότερα, το 2004, την Nuovissima poesia italiana που
επιμελήθηκαν ο Maurizio Cucchi και ο Antonio Riccardi, καθώς επίσης, και το 2009, στο Il miele del
silenzio του Giancarlo Pontiggia· επίσης, σε περίπτωση που υπάρχει λόγος να τονισθεί, η
παραπομπή σε ονόματα δασκάλων ή καίριων αναφορών δεν συνεπάγεται τον αποκλεισμό των
υπολοίπων που πράγματι υπήρξαν), εμείς που γεννηθήκαμε μετά το ’68 – εμείς για εμάς, μόνοι και
παγκοσμιοποιημένοι – στην ποίηση δεν κατορθώσαμε να αυτο-οργανωθούμε ικανοποιητικά
προκειμένου να κάνουμε γνωστή την ποιότητα των φωνών μας. Σίγουρα έγιναν κάποιες
προσπάθειες που είχαν αγαθό σκοπό: για παράδειγμα οι ανθολογίες δίχως συγκεκριμένο θέμα
όπως L’opera comune για όσους γεννήθηκαν τη δεκαετία του ‘70 (Ladolfi 1999), ή La generazione
entrante που ο Matteo Fantuzzi επιμελήθηκε το 2001 για όσους γεννήθηκαν τη δεκαετία του ‘80·
ή ακόμη η ανθολόγηση των Marco Corsi και Alberto Pellegatta που κυκλοφόρησε το 2017 με
τίτλο Velocità della visione όπου προσπάθησαν με αυστηρότητα νε μελετήσουν την υφολογική και
γλωσσική φύση των δικών μας σχημάτων, με την, σίγουρα διόλου δεδομένη, προσπάθεια να
ξεπεραστείτο ληξιαρχικό δεδομένο ως μοναδικό κριτήριο στην τοποθέτηση της κάθε ποιήτριας και
του κάθε ποιητή. Το 2009 ο Mimmo Cangiano δημοσίευσε στο περιοδικό “Atelier” δύο
ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις σχετικά με τους ποιητές που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1970,
υποστηρίζοντας πως η διαλογική, και όχι τόσο η διαλεκτική, “οριζοντιότητα” μιας “αντι-ιστορικής”
γενιάς θα μπορούσε να συνεισφέρει σε μια πιο άμεση λογοτεχνική εξαφάνιση των δικών μας
ιδιαίτερων φωνών. Κι όμως, μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια, παρόλο που μεγαλώσαμε περισσότερο,
δεν μας επιτρέψαμε ή δεν στάθηκε δυνατό να σκεφτούμε ότι θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε
και κυρίως να βελτιώσουμε την πορεία μας προς μια έρευνα που θα ήταν διατεθειμένη να
αξιολογήσει – αναγκαστικά σε σχέση με την τεχνική ως αρχή της λογοτεχνικότητας– την εμφάνισή
μας, και η την απουσία μας από τον κόσμο. Προσθέτω μάλιστα πως όταν μας αποδίδεται το
ξεπερασμένο προσωνύμιο του πολιτικοποιημένου ποιητή, στην περίπτωσή μας χρειάζεται να
θυμόμαστε πως πρόκειται για “επανεξέταση”, ή τουλάχιστον για ένα αβέβαιο και υβριδικό είδος
που θα το ονόμαζα πολιτικοποιημένη ποίηση à rebours.
Από την αρχή της νέας χιλιετηρίδας, την τελευταία εικοσαετία, ως συνομήλικοι, ή γενεαλογικά πιο
κοντά ο ένας στον άλλον, προσπαθήσαμε να μιλήσουμε για εμάς (και λιγότερο μεταξύ μας) σε
χώρους ελεύθερους, ανακαλύπτοντας πως τα στρατευμένα περιοδικά μεταφέρονταν στο
διαδίκτυο και πως ίσως δεν αρκούσαν άτλαντες και χάρτες για ένα παρόν που ήταν δύσκολο να
ενταχθεί και να καταγραφεί με σκοπό τον εντοπισμό μιας «προέλευσης». Πιο πρόσφατα, νομίζω
τα τελευταία τέσσερα ή πέντε χρόνια, ένα θετικό στοιχείο είναι πως ξεκινήσαμε να το κάνουμε
περισσότερο στον εκδοτικό χώρο και με αυτονομία σε σχέση με όσους είναι μεγαλύτεροί μας, με
μια σημαντική αύξηση των νέων ποιητικών εκδοτικών σειρών, και με μία εξίσου σημαντική
απουσία γυναικείων φωνών από τους καταλόγους των νεο-εκδοτών – δε θα αποφύγω να
σημειώσω πως το ζήτημα της μεγαλύτερης δυσκολίας έκδοσης γυναικείων φωνών θα απαιτούσε
μια ξεχωριστή συνάντηση, το ίδιο επείγουσα. Στο σύνολό τους, και πάντοτε με κάποια εξαίρεση, ο
καθένας “αναγνώρισε τους δικούς του” είτε σε κάποιους μικρο-πυρήνες (έχει γίνει κατάχρηση της
φράσης, αλλά δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί), είτε επιχειρώντας μέσα από την ανθολόγηση να
σκιαγραφήσει το προφίλ μιας γενιάς.
Μια γενιά όμως που δεν υπάρχει, και που δεν μπορεί να υπάρξει.
Ως συγγραφέας, εκδότρια ποίησης, και περισσότερο ως αναγνώστρια, πρέπει να πω πως η
μεταβλητότητα των σχημάτων και των μοτίβων που μας διακρίνει ως μη-γενιά, αλλά και καθεμία
φωνή και πρόσωπο ξεχωριστά, δεν υπήρξε το στοιχείο μιας ευρύτερης πολιτισμικής στάσης. Όσοι
γεννηθήκαμε στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, αφού ενηλικιωθήκαμε βιολογικά, υπήρξαμε
περισσότερο “άτομα” παρά πρόσωπα, κάποτε και ομάδες, αλλά ποτέ ”συλλογικότητες”. Νομίζω
πως αυτό είναι το λιγότερο ουτοπικό σημείο στο οποίο κάποιος θα μπορούσε να βρει μια αρχή για
να ξεκινήσει. Αδύνατον, ίσως όμως όχι ανυπέρβλητο, να αποτελέσει μέρος μιας συλλογικότητας
για όποιον γεννήθηκε μετά το ’68 και για όσους ανήκαν στη γενιά του ‘68. Πέρα από συγκεκριμένα
ονόματα που μπορούν και που θα μπορούσαν να αναφερθούν, συνολικά, η ποιητική διαδρομή
όσων γεννήθηκαν μεταξύ του ’68 και των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του ‘80 δεν έγινε
αντιληπτή, ούτε από εμάς τους ίδιους, μέσα από μια κοινωνικο-πολιτισμική μη-ιδιαιτερότητα και
για λόγους διόλου τετριμμένους, οι οποίοι σίγουρα δεν μπορούν να παρουσιαστούν εξαντλητικά
από αυτή τη θέση, και που συνδέονται με τον νέο και διαφορετικό τρόπο που το αρχικά νεανικό κι
ακολούθως ενηλικιωμένο εγώ έπρεπε να βρει, και να επινοήσει, προκειμένου να παραμείνει
παρόν και κοντά στον κόσμο. Για αυτήν τη ληξιαρχική ηλικία (στην ουσία πρόκειται για μια
εικοσαετία ληξιαρχικών ηλικιών: για παράδειγμα είναι διαφορετική η παιδική ηλικία όσων ως
παιδιά, ίσως δίχως να το γνωρίζουν, πέρασαν μέσα από την τρομοκρατία, και όσων έζησαν τα
πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας τους ήδη στην απολιτική δεκαετία του ‘80· ή όσων, μεταξύ των
δεκαετιών ’70 και ’80, γεννήθηκαν μέσα ακριβώς σε αυτήν τη μεταβατική φάση, και βρέθηκαν
αργότερα να αναμετριούνται με την κρίση του 2008 τη στιγμή της εισόδου τους στον κόσμο της
εργασίας), χρειάζεται ακόμη να κατανοήσουμε, να υπολογίσουμε σοβαρά, αλλά και να επιλέξουμε
με μεγαλύτερη επιμέλεια και προσοχή απέναντι στο έργο – μέσα από τα βιβλία ποίησης, κι όχι
μόνο μέσα από τις ανθολογίες και τα φυλλάδια, ή την παρουσία τους στο διαδίκτυο – ενεργές και
ευδιάκριτες φωνές, λιγότερο ή περισσότερο γνωστές, στο πανόραμα της σύγχρονης ποίησης.
Φωνές οραματικές που θωρούν τα γεγονότα τα οποία, ακριβώς επειδή πρόκειται για γεγονότα,
δεν εξαφανίζονται αλλά συνεχίζουν, ολοένα και πιο εξωφρενικά και ανεξέλεγκτα, να συμβαίνουν.
Δίχως να μπορεί κάποιος να αρνηθεί κάτι το εκπληκτικά σαφές – ίσως μάλιστα το μοναδικό
χαρακτηριστικό – κοινό και “σε εμάς”: πως το μεγαλύτερο χάρισμα μιας μη-γενιάς σαν τη δική μας
βρίσκεται στα μοτίβα της φυγής, ή της αναμονής, με στοιχεία εξαιρετικής πρωτοτυπίας, κατά την
γνώμη μου, κυρίως στο μοτίβο του παιχνιδιού.
Νομίζω πως ένα καλό σημείο για το νέο ξεκίνημα θα μπορούσε να είναι μια σειρά ερωτήσεων που
θα τεθούν με τρόπο διαφορετικό αλλά κυρίως διασταυρωμένο, και όχι μία μοναδική ερώτηση. Για
παράδειγμα: ποια υπήρξε η σχέση μας με την μνήμη και την ιστορία; Ή μήπως θα ήταν πιο σωστό
να αναρωτηθούμε γιατί, στις περισσότερες περιπτώσεις, αναβλήθηκε ή μοιάζει σαν να μην υπήρξε
ποτέ μια σχέση με τα γεγονότα, μολονότι αυτό κατά την περίοδο της πανδημίας άλλαξε αρκετά; Αν
αυτό ισχύει, κατά τη γνώμη μου ισχύει κυρίως για όσους γεννήθηκαν τη δεκαετία του ‘80. Τι
απέμεινε από τους δασκάλους που επιλέξαμε και μελετήσαμε και για ποιους λόγους; Και το
αντίστροφο: πόσα πράγματα των πατέρων, όπως πρότεινε ο Freud, χρειάστηκε συμβολικά να
σκοτώσουμε για να μεγαλώσουμε; Υπήρξαμε πράγματι διατεθειμένοι να το κάνουμε, μέσα από
συνειδητή μελέτη και έρευνα στις πλάτες μας αλλά και με επιθυμία και δύναμη αυτονομίας;
Η ουσία των πληθυντικών και διαφορετικών διαδρομών μας, οι συγκυρίες της ζωής από τις οποίες
αναδείχθηκε η καθεμιά γραφή μας, συνδέονται με προσωπικούς αλλά και με δημόσιους και
συλλογικούς λόγους. Πρόκειται για λόγους που ιστορικά και λογοτεχνικά διαφέρουν πολύ από
τους λόγους των παππούδων και των πατέρων μας. Νέα σχήματα, νέα ύφη, νέες τεχνικές (είναι
πράγματι τόσο νέες;) – η χρήση της πρόζας στην ποίηση, να κατέχει την πρώτη ανάμεσα σε όλες
τις υπόλοιπες τάσεις, οι αφηγηματικές όψεις, ο λυρισμός και ο αντιλυρισμός, η θεωρητική
διάσταση της ποίησης – βρέθηκαν στο κέντρο των πιο πρόσφατων συλλογισμών μας. Νομίζω όμως
πως είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας πως συγγραφικά “εργαλεία” και
“περιπτώσεις” στην ποίηση δεν αποτελούν ποτέ δύο μη συγκοινωνούντα δοχεία. Και πως στην
ποίηση δεν αυτοσχεδιάζουμε (όπως ολοένα και συχνότερα στα χρόνια μας κάνουν οι φιλόσοφοι)
δίχως πριν να έχουμε αναμετρηθεί ακόμη και με τους πιο διαφορετικούς προσανατολισμούς από
τους δικούς μας, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στην ιστορία. Όπως επίσης δεν θα έπρεπε να
επισκιαστεί το καινούριο γεγονός πως άλλες καλλιτεχνικές μορφές εισχώρησαν εκ των έσω στις
συλλογές μας σε τέτοιο σημείο που μας ανάγκασαν να αναμετρηθούμε με την αρχή της
νομιμότητας, ή της μη νομιμότητας, της ίδιας της ποιητικής γραφής.
Ως Διευθύντρια μιας ποιητικής εκδοτικής σειράς, και μέσα στα όρια των ελάχιστων δυνατοτήτων
των εκδοτών που ασχολούνται με την ποίηση, θα ήθελα να τονίσω πως δεσμεύομαι και θα
φροντίσω στο μέλλον να στηρίξω όσο γίνεται περισσότερη τη φωνή και προσφέροντας
περισσότερο χώρο, που εκ των πραγμάτων θα είναι επιμελώς επιλεγμένο (και με όλα τα όρια που
θέτει πάντοτε μια υποκειμενική επιλογή), σε όποιον έχει την ηλικία μου πάνω κάτω και κατόρθωσε
να δώσει μορφή και δομή σε ένα έργο όπου ξεχωρίζει η προσωπική έννοια να αναμετρηθεί, ακόμη
και μέσα από την άρνηση του πραγματικού – αρκεί να έχει συνείδηση πως το έκανε –, με όσα
συνέβησαν και συμβαίνουν γύρω μας. Κι αυτό ισχύει όχι μόνο για ιταλικές φωνές αλλά και για όσες
συνομήλικες φωνές προέρχονται από το εξωτερικό που εύχομαι να μπορέσουν να κυκλοφορήσουν
στα ιταλικά σε ποιητικές εκδοτικές σειρές. Ένας δρόμος που, ακόμη κι αν δεν θεωρηθεί
προγραμματικός, είναι οπωσδήποτε ξεκάθαρα διακριτός (η εκδοτική ιστορία μάς διδάσκει πως η
κατάχρηση του προγραμματισμού δεν κάνει ποτέ καλό στην λογοτεχνία), ξεκίνησε τον Ιανουάριο
2022 με την κυκλοφορία, στην εκδοτική σειρά ποίησης Donzelli που διευθύνει η υπογράφουσα,
της συλλογής του Christian Sinicco (1975) Ballate di Lagosta, ακολούθησε La tradizione/The
tradition του Βραβείου Pulitzer Jericho Brown (1975) και συνεχίστηκε με την κυκλοφορία της
τελευταίας ποιητικής συλλογής του Federico Italiano, La grande nevicata (1976) και της Eredità ed
Estensione της Giovanna Freme (1968). Υπήρξαν βέβαια, τα τελευταία χρόνια, και άλλοι τόμοι στον
κατάλογο των εκδόσεων Donzelli που αποτυπώνουν σταθμούς αυτής της δυνητικής και μέχρι
σήμερα ομιχλώδους διαδρομής: Giovenale, Gezzi, Leardini.
Στις 27 Ιανουαρίου 2021 το Σπίτι της Ποίησης στο Μιλάνο φιλοξένησε έξι ποιητές που γεννήθηκαν
στις δεκαετίες ’70 και ’80, εκφράσανε μέσα από τη λογοτεχνική δέσμευσή τους και το ίδιο το έργο
τους, σε εκδοτικούς οίκους διαφορετικούς μεταξύ τους αλλά που όλοι διακρίνονται για την
ιδιαίτερης πολιτισμικής αξίας δέσμευση, τη θέληση και την επιθυμία τους να αναμετρηθούν –
κάποτε με τρόπο άτακτο, μη συστηματικό και αντιφατικό – με μια ανάγκη εκτίμησης (ίσως θα
έπρεπε να πω επανεκτίμησης) του γεγονότος πως έχουν γίνει συγγραφείς με τρόπους και σχήματα
ιδιαίτερα αλλά ποτέ κατά τύχη, και μάλιστα σε μια συγκεκριμένη και αποφασιστική εποχή που είναι
διάσπαρτη από πραγματικά και συμβολικά γεγονότα, συχνά μοιραία κοινά. Από εκείνη τη
συνάντηση γεννήθηκε μια ετερογενής ομάδα που, θα ήθελα να το τονίσω, στόχευε στη συζήτηση
και στη διαλεκτική συλλογικότητα με ποιήτριες και ποιητές που γεννήθηκαν την ίδια περίοδο. Μαζί
με την υπογράφουσα, Elisa Donzelli (1979), αρχικά υπήρχαν οι Amos Mattio (1974), Christian
Sinicco (1975), Federico Italiano (1976), Marco Pelliccioli (1982), Laura Di Corcia (1982) και Marco
Corsi (1982). Ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις το 2022 και το 2023: στη Μπέργκαμο για τη
γλώσσα της ποίησης στη μετά το ‘68 περίοδο, στο Θέατρο του Μιλάνου Fontana για τις “Γυναίκες
στην ποίηση” post68, στο Διεθνές Φεστιβάλ ποίησης του Σένεγκε της Σαρδηνίας – μια συνάντηση
για το τοπίο και τον χώρο –, στο Spazio Zeugma της Ρώμης ένα σεμινάριο για τη σχέση μεταξύ
Ποίησης και Ιστορίας. Τέλος, στον σημαντικό και διεθνή χώρο της ιταλικής πρωτεύουσας για τη
σύγχρονη τέχνη Maxxi, πρόσφατα, για μια δεύτερη συνάντηση που ήταν αφιερωμένη στην ποίηση
των γυναικών που γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’70. Μετά από ένα έτος πειραματικών εμπειριών,
η ομάδα τροποποιήθηκε και το 2023 αναδιοργανώθηκε μέσα από τη δημιουργία του
blog/περιοδικού http://www.poetipost68.it και μετατράπηκε από ομάδα σε “συλλογικότητα”. Η
συλλογικότητα αυτή διαμόρφωνεται, υπό τη διεύθυνση της γράφουσας και με υποδιευθυντές τον
Christian Sinicco, την Giovanna Frene (1968), και τον Guido Mattia Gallerani (1983), από τους
συντάκτες Lidia Riviello (1972),τον ποιητή Stelvio Di Spigno (1975), τον φωτογράφο Andrea Annessi
Mecci (1970), και τον συνομήλικό μας ιστορικό και μελετητή της πολιτικής τρομοκρατίας της
δεκαετίας του ‘70, Guido Panvini (1979).
Μέσα στο πλαίσιο της διάστασης μεταξύ γραφής και περιβάλλοντος, της ανώμαλης σχέσης μεταξύ
πραγματικότητας και καλλιτεχνικού οράματος, τα τελευταία δύο χρόνια πλέον, με τρόπο έντονο και
σταθερό, αναδεικνύεται η δυνατότητα να χωροθετηθεί η αντικειμενική συνάντηση μιας ‘μη-γενιάς’
ποιητριών και ποιητών, που στην αλλαγή της χιλιετηρίδας βίωσε τη νιότη της, που λογιάζεται – αν
και ακόμη καμιά φορά με δυσκολία γίνεται αποδεκτή – ως ενήλικη φωνή. Προκειμένου να
κατανοήσει, μεταξύ προόδου και διάλυσης, τον εαυτό της. Κυρίως για να κατανοήσει πως δεν είχε
κατανοήσει τον εαυτό της.
*Το κείμενο είναι της Elisa Donzelli και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο site leparolelecose στις
23 Ιανουρίου 2022. Η παρούσα μετάφραση βασίστηκε στο αναθεωρημένο από τη συγγραφέα
κείμενο σχετικά με όλες τις εξελίξεις που σημειώθηκαν στο projectτα τελευταία δύο χρόνια δράσης
του.
