Eugene Thacker, Αποφατική ζωικότητα

Ο Λωτρεαμόν, ο Μπασελάρ και η μακαριότητα της μεταμόρφωσης

(Mετάφραση: Γιάννης Πεδιώτης)

Το 1868 εμφανίστηκε στα παριζιάνικα βιβλιοπωλεία ένα ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι, ανώνυμα δημοσιευμένο, με τον τίτλο Τα άσματα του Μαλντορόρ. Περιείχε μόνο το πρώτο Άσμα ή Κάντο, και ο εμφανιζόμενος ως συγγραφέας του λεγόταν «Κόμης του Λωτρεαμόν» – ακολουθώντας, εν πολλοίς, τη fin-de-siècle επικρατούσα μόδα του γοτθικού, της παρακμής, και τη στροφή προς έναν φιλολογικό, αισθητικό αριστοκρατισμό. Στη μετά θάνατον ζωή του, το βιβλίο έμελλε να επηρεάσει καίρια την επαναστατική κουλτούρα, από τους Σουρεαλιστές μέχρι και τους Καταστασιακούς. Όμως την εποχή της δημοσίευσής του αγνοήθηκε πλήρως…

Δεν είναι δύσκολο να δούμε γιατί αγνοήθηκε. Δεν ήταν ούτε πρόζα, ούτε ποίημα, ούτε μυθοπλασία, ούτε και το αντίθετό της – δεν εντασσόταν ούτε στο δημοφιλές είδος του roman noir, ούτε και στο τότε αναδυόμενο είδος του πεζού ποιήματος. Το παρακάτω απόσπασμα –από το Άσμα ΙΙ– είναι ενδεικτικό των εκκεντρικοτήτων του κειμένου:

Υπάρχουν ώρες στη ζωή που ο άνθρωπος, με την ψειριασμένη κόμη, ρίχνει, καρφώνοντας το μάτι, βλέμματα αγριωπά στις πράσινες μεμβράνες του διαστήματος, επειδή του φαίνεται ότι ακούει, εμπρός του, τις ειρωνικές αποδοκιμασίες από ένα φάντασμα. Ταράζεται και σκύβει το κεφάλι: αυτό που άκουσε, είναι η φωνή της συνειδήσεως. Τότε, ορμάει απ’ το σπίτι, με σβελτάδα τρελού, παίρνει την πρώτη πρόσφορη κατεύθυνση μες στην κατάπληξή του, και με το βήμα του καταβροχθίζει τους βραχώδεις κάμπους της εξοχής. Αλλά το κίτρινο φάντασμα δεν τον χάνει απ’ τα μάτια του και τον καταδιώκει με την ίδια ταχύτητα. Κάποιες φορές, σε μια νύχτα θύελλας, ενώ οι λεγεώνες των φτερωτών χταποδιών, θυμίζοντας από μακριά κόρακες, πλανιούνται πάνω απ’ τα σύννεφα, κατευθυνόμενες με γρήγορο κουπί προς τις πολιτείες των ανθρώπων, έχοντας ως αποστολή να τους ειδοποιήσουν ν’ αλλάξουν στάση, το βότσαλο, με το θλιμμένο βλέμμα, βλέπει δύο πλάσματα να περνούν στο φως της αστραπής, το ένα πίσω από τ’ άλλο, και, σκουπίζοντας ένα λαθραίο δάκρυ ευσπλαχνίας, που κυλάει απ’ το παγωμένο βλέφαρο, κραυγάζει: «Ασφαλώς και του αξίζει – δικαιοσύνη και μόνο αποδόθηκε». Αφού πει αυτό, παίρνει και πάλι τη βλοσυρή του στάση, και συνεχίζει να κοιτάζει, μ’ ένα νευρικό τρέμουλο, το κυνήγι του ανθρώπου και τα μεγάλα χείλια στον γυναικείο κόλπο του σκοταδιού, απ’ όπου ρέουν, αδιάκοπα, σαν ποταμός, πελώρια ερεβώδη σπερματοζωάρια που απογειώνονται πετώντας στον πένθιμο αιθέρα, κρύβοντας, με το απέραντο ξετύλιγμα των φτερών τους νυχτερίδες, όλη τη φύση, και τις φιλέρημες λεγεώνες των χταποδιών, που γίνονται μουντές στη θέα αυτών των υπόκωφων και απερίγραπτων εκλάμψεων. (Lautréamont, Maldoror 101–02)

Τα ζώα αφθονούν στον Μαλντορόρ, όμως οι λειτουργίες τους ποικίλλουν, κινούμενες μεταξύ του συμβολικού, του επιστημονικού και του παράλογου. Το εναρκτήριο απόσπασμα του Άσματος IV εκτείνει τη σχοινοτενή απαγγελία της ζωοποίησης εγκαρσίως του φάσματος των όντων, από τον άνθρωπο στα ορυκτά, κορυφωμένο σε μία από τις πολλές επωδούς του κειμένου ενάντια στον άνθρωπο……..

Advertisements

About isidorou

everyday life, daydreaming, critique,fragments and theories, impossibilities, practices,false strategies, city slang
%d bloggers like this: