Eugene Thacker, Αποφατική ζωικότητα

Eugene Thacker*

ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΖΩΙΚΟΤΗΤΑ: Ο Λωτρεαμόν, ο Μπασλάρ και η μακαριότητα της μεταμόρφωσης

*Ο Eugene Thacker είναι συγγραφέας και καθηγητής στο The New School (Νέα Υόρκη). Η σκέψη του κινείται στο πλαίσιο των φιλοσοφικών παραδόσεων του μηδενισμού και του πεσιμισμού, αναδεικνύοντας επίκαιρες πτυχές του αντι-ανθρωποκεντρικού ρεύματος ιδεων. Μείζον έργο του θεωρείται το After Life (2010).

(Mτφρ: Γιάννης Πεδιώτης)

Ένα βιβλίο κτηνών

Το 1868 εμφανίστηκε στα παριζιάνικα βιβλιοπωλεία ένα ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι, ανώνυμα δημοσιευμένο, με τον τίτλο Τα άσματα του Μαλντορόρ. Περιείχε μόνο το πρώτο Άσμα ή Κάντο, και ο εμφανιζόμενος ως συγγραφέας του λεγόταν «Κόμης του Λωτρεαμόν» – ακολουθώντας, εν πολλοίς, τη fin-de-siècle επικρατούσα μόδα του γοτθικού, της παρακμής και τη στροφή προς έναν φιλολογικό, αισθητικό αριστοκρατισμό. Στη μετά θάνατον ζωή του, το βιβλίο έμελλε να επηρεάσει καίρια την επαναστατική κουλτούρα, απ’ τους Σουρεαλιστές μέχρι και τους Καταστασιακούς. Όμως την εποχή της δημοσίευσής του αγνοήθηκε πλήρως, (παρότι το Άσμα Ι επανεκδόθηκε έναν χρόνο μετά στην ανθολογία Parfumes de l’Ame [Ευωδιές της ψυχής]), ακόμα και όταν το Τα άσματα του Μαλντορόρ (εφεξής το Μαλντορόρ) κυκλοφόρησε πλήρες σε μορφή τόμου.

     Δεν είναι δύσκολο να δούμε γιατί αγνοήθηκε. Δεν ήταν ούτε πρόζα ούτε ποίημα ούτε μυθοπλασία, όμως ούτε και το αντίθετό της – δεν εντασσόταν ούτε στο δημοφιλές είδος του roman noir, όμως ούτε και στο τότε αναδυόμενο είδος του πεζού ποιήματος. Το παρακάτω απόσπασμα –από το Άσμα ΙΙ– είναι ενδεικτικό των εκκεντρικοτήτων του κειμένου:

Υπάρχουν ώρες στη ζωή που ο άνθρωπος, με την ψειριασμένη κόμη, ρίχνει, καρφώνοντας το μάτι, βλέμματα αγριωπά στις πράσινες μεμβράνες του διαστήματος, επειδή του φαίνεται ότι ακούει, εμπρός του, τις ειρωνικές αποδοκιμασίες από ένα φάντασμα. Ταράζεται και σκύβει το κεφάλι: αυτό που άκουσε, είναι η φωνή της συνειδήσεως. Τότε, ορμάει απ’ το σπίτι, με σβελτάδα τρελού, παίρνει την πρώτη πρόσφορη κατεύθυνση μες στην κατάπληξή του, και με το βήμα του καταβροχθίζει τους βραχώδεις κάμπους της εξοχής. Αλλά το κίτρινο φάντασμα δεν τον χάνει απ’ τα μάτια του και τον καταδιώκει με την ίδια ταχύτητα. Κάποιες φορές, σε μια νύχτα θύελλας, ενώ οι λεγεώνες των φτερωτών χταποδιών, θυμίζοντας από μακριά κόρακες, πλανιούνται πάνω απ’ τα σύννεφα, κατευθυνόμενες με γρήγορο κουπί προς τις πολιτείες των ανθρώπων, έχοντας ως αποστολή να τους ειδοποιήσουν ν’ αλλάξουν στάση, το βότσαλο, με το θλιμμένο βλέμμα, βλέπει δύο πλάσματα να περνούν στο φως της αστραπής, το ένα πίσω από τ’ άλλο, και, σκουπίζοντας ένα λαθραίο δάκρυ ευσπλαχνίας, που κυλάει απ’ το παγωμένο βλέφαρο, κραυγάζει: «Ασφαλώς και του αξίζει – δικαιοσύνη και μόνο αποδόθηκε». Αφού πει αυτό, παίρνει και πάλι τη βλοσυρή του στάση, και συνεχίζει να κοιτάζει, μ’ ένα νευρικό τρέμουλο, το κυνήγι του ανθρώπου και τα μεγάλα χείλια στον γυναικείο κόλπο του σκοταδιού, απ’ όπου ρέουν, αδιάκοπα, σαν ποταμός, πελώρια ερεβώδη σπερματοζωάρια που απογειώνονται πετώντας στον πένθιμο αιθέρα, κρύβοντας, με το απέραντο ξετύλιγμα των φτερών τους νυχτερίδες, όλη τη φύση, και τις φιλέρημες λεγεώνες των χταποδιών, που γίνονται μουντές στη θέα αυτών των υπόκωφων και απερίγραπτων εκλάμψεων. (Lautréamont, Maldoror 101–02)1

   Τα ζώα αφθονούν στο Μαλντορόρ, αλλά οι λειτουργίες που εκείνα έχουν ποικίλλουν, κινούμενες μεταξύ του συμβολικού, του επιστημονικού και του παράλογου. Το εναρκτήριο απόσπασμα του Άσματος IV ευρύνει τη σχοινοτενή απαγγελία της ζωοποίησης εγκαρσίως της κλίμακας των όντων, απ’ τον άνθρωπο στα ορυκτά, και κορυφώνεται σε μία από τις πολλές επωδούς του κειμένου ενάντια στον άνθρωπο:

Είν’ ένας άνθρωπος ή ένας λίθος ή ένα δέντρο αυτός που θ’ αρχίσει το τέταρτο άσμα. Όταν γλιστράει το πόδι πατώντας ένα βάτραχο, νιώθουμε το αίσθημα της αηδίας. Μα όταν αγγίζουμε, αδιόρατα, το ανθρώπινο σώμα, με το χέρι, το δέρμα των δαχτύλων ραγίζει, όπως οι φλούδες από ένα χοντρό κομμάτι μαρμαρυγία που το σφυροκοπάνε. Κι όπως η καρδιά ενός καρχαρία πάλλεται ακόμα, πάνω στη γέφυρα του πλοίου, μ’ επίμονη ζωηράδα, έτσι και τα σπλάχνα μας αναδύονται από άνωθεν έως κάτω, ώρα πολλή μετά την ψαύση. Τέτοια φρίκη εμπνέει ο άνθρωπος στον ίδιο του το συνάνθρωπό του! Ίσως, μ’ αυτό που εισηγούμαι, να λαθεύω. Αλλ’ ίσως και να λέω την αλήθεια. Ξέρω, μπορώ να διανοηθώ μια νόσο τρομερότερη απ’ το πρήξιμο των ματιών που προκαλούνε οι ατελείωτοι διαλογισμοί σχετικά με τον αλλόκοτο χαρακτήρα του ανθρώπου: ωστόσο, ακόμα την ψάχνω… και να τη βρω δεν κατόρθωσα! Δεν θεωρώ τον εαυτό μου λιγότερο ευφυή από έναν άλλο, και, μολοντούτο, ποιος θα τολμούσε να βεβαιώσει πως έχω επιτύχει στις έρευνές μου. Τι ψέμα θα ’βγαινε απ’ το στόμα του! Ο αρχαίος ναός του Ντενερά μιάμιση ώρα απ’ την αριστερή όχθη του Νείλου απέχει. Σήμερα, αναρίθμητες φάλαγγες από σφήκες έχουνε καταλάβει τ’ αυλάκια και τους θριγκούς. Πεταρίζουν γύρω από τις κολόνες σαν κύματα πυκνά μιας μαύρης κόμης. Μόνοι κάτοικοι του ψυχρού περιστυλίου, φρουρούν τους προθαλάμους, σαν από δικαίωμα κληρονομικό. Συγκρίνω τη βουή των μεταλλικών φτερών τους, με την αδιάκοπη σύγκρουση των πάγων, που πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον, καθώς λιώνουν στις πολικές θάλασσες. Ωστόσο, αν εξετάσω τη στάση εκείνου που η Θεία Πρόνοια του έδωσε τον επί γης θρόνο, τα τρία μικρά φτερά της οδύνης μου θα βγάλουν θρόισμα δυνατότερο! (131-32)2

   Τούτη η τεράστια υπερχείλιση λέξεων, ήχων και εικόνων παρουσιάζεται σε μεγάλο μέρος του Μαλντορόρ – σελίδες επί σελίδων πυκνού, στιβαρού κειμένου με πολυπληθή, φαντασμαγορικά πλάσματα να εμφανίζονται διαδοχικά. Βλέπουμε το κείμενο σε ορισμένα σημεία του να στρέφεται ευθέως στον αναγνώστη, ερχόμενο σχεδόν σε αντιπαράθεση μαζί του, σ’ άλλα να παρεκβαίνει σε μακρές, ημιεπιστημονικές περιγραφές της χλωρίδας και της πανίδας, και σε άλλα ιδιοποιείται κατά τρόπο απρόσμενο φτηνές αφηγήσεις τρόμου και γοτθικού διηγήματος. Το Μαλντορόρ καταστρατηγεί σχεδόν κάθε κανόνα ποιητικής, μολονότι δεν το κάνει τόσο ως πρωτοποριακή στάση όσο ως μάταιη προσπάθεια να διευκολυνθεί το ίδιο ως κείμενο. Φαίνεται να μην υπάρχει όριο στο τι μπορεί ή τι είναι ικανό να κάνει – παρομοίως, η έκταση και η διαίρεση σε έξι Άσματα μοιάζουν μάλλον αυθαίρετες.

   Η μία και μοναδική κριτική που εμφανίστηκε ύστερα από την αρχική δημοσίευση του Μαλντορόρ εξέφρασε κατά βάση μια απορημένη κατάπληξη: «η υπέρμετρη μεγαλοστομία του ύφους, η άγρια αλλοκοτιά, το αδίστακτο σφρίγος της σύλληψης, η αντίθεση αυτής της παθιασμένης γλώσσας με τα ανιαρά πονήματα της εποχής μας, ρίχνουν κατ’ αρχάς τον νου σε βαθύ σάστισμα» (Lautréamont 276).3 Η αντίδραση αυτή είναι παρόμοια με μεταγενέστερες αναφορές γύρω απ’ το Μαλντορόρ σε πολλές λογοτεχνικές κριτικές και ιστορίες της λογοτεχνίας. Αυτού του είδους τα σχόλια υπήρξαν ανέκαθεν σύντομα και κατάπληκτα – όπως είναι όταν κάποιος συναντά ξαφνικά ένα παράξενο και απειλητικό κτήνος. Ο Αντωνέν Αρτώ συνοψίζει τη γενική στάση της κριτικής του δεκάτου ενάτου και εικοστού αιώνα προς συγγραφείς του είδους του Λωτρεαμόν, του Νερβάλ και του Μπωντλαίρ: «φοβόντουσαν μήπως η ποίησή τους πηδήσει από τα βιβλία και αναποδογύριζε την πραγματικότητα» (Artaud 125). Πράγματι, ανάλογα σχόλια έχουν ενδιαφέρον γι’ αυτό ακριβώς – επειδή μεταχειρίζονται ανεπίγνωστα το κείμενο σαν κάτι ζωντανό, σαν να ‘ταν ζώο. Για πολλούς αναγνώστες το κείμενο του Μαλντορόρ δεν έμοιαζε μόνο με κάτι χαμερπές και τερατώδες αλλά με ζώο, με τερατολογική ανωμαλία συντιθέμενη από αποσπάσματα, κόρπους αφημένο ημιτελές ή παραμελημένο. Σε αντίθεση με την κειμενικότητα του ζώου που συναντάμε συχνά στις λογοτεχνικές αναπαράστασεις, το Μαλντορόρ φαίνεται να προάγει τη ζωικότητα του ίδιου του κειμένου – συντιθέμενη από αποβλάσταρα που ξεπηδούν μέσα απ’ τις σελίδες για να καταβροχθίσουν τον αναγνώστη. Στο The Romantic Agony, δημοσιευμένο τη δεκαετία του 1930, ο κριτικός της λογοτεχνίας Mario Praz περιλαμβάνει λίγες μόνο παραγράφους για τον Λωτρεαμόν. Αλλά ακόμα και σ’ αυτές τις λίγες γραμμές απηχεί αυτή την τάση να μεταχειρίζεται κανείς το Μαλντορόρ σαν πλάσμα αφύσικο, αναφερόμενος σ’ αυτό ως «όψιμη αλλά ακραία περίπτωση κανιβαλιστικού βυρωνισμού» (163).

  Όταν οι Σουρεαλιστές «ανακάλυψαν» το Μαλντορόρ, σημειώθηκε μια μετατόπιση στην πρόσληψη του κειμένου: η ζωικότητα του Μαλντορόρ φανέρωσε αίφνης μια οιονεί μυστική ποιότητα. Ο Αντρέ Μπρετόν σημείωσε ότι ο Μαλντορόρ υπήρξε η «έκφραση μιας αποκάλυψης τόσο ολοκληρωτικής που έμοιαζε να υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη δυνατότητα». Ο Φιλίπ Σουπώ επιμελήθηκε αρκετές εκδόσεις του Μαλντορόρ, ενώ ο Λουί Αραγκόν έγραψε το δοκίμιο Lautréamont et nous [Ο Λωτρεαμόν και εμείς]. Δίχως αμφιβολία, ο Μπρετόν, ο Σουπώ και ο Αραγκόν κυριεύθηκαν από τις συχνά εντυπωσιακές αντιπαραθέσεις που συναντάμε εντός του, πιο γνωστή από τις οποίες είναι η φράση: «είναι ωραίος… σαν την απρόοπτη συνάντηση πάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας». Όμως τα σχόλια του Μπρετόν σημειώνουν μια άλλη όψη του Μαλντορόρ, μια όψη που διευρύνει τη ζωικότητα του κειμένου, η οποία δεν είναι άλλη απ’ τον σθεναρό και επίμονο αντιανθρωπισμό του. Παρότι υπήρξαν αταλάντευτοι κριτικοί της θρησκείας, οι σουρεαλιστές εισήγαγαν –μ’ αυτό τον χαρακτηριστικό τρόπο τους– μεγάλη πληθώρα μυστικιστικών και ερμητιστικών θεμάτων στη δουλειά τους. Μικρή έκπληξη προκαλεί, επομένως, ότι ο Μαλντορόρ –ένα κείμενο που έμελλε να γίνει μέρος του σουρεαλιστικού κανόνα– περιγράφεται συχνά με μυστικιστικό τρόπο: ο Μπρετόν αναγόρευσε τον Λωτρεαμόν σε «εκθαμβωτική μορφή μαύρου σκότους»· ο δε Αρτώ εγκωμίασε την οιονεί μυστική, «εντελή ενάργεια» του Μαλντορόρ, αυτού του «όργιου του συλλογικού ασυνειδήτου που παρεισφρέει στην ατομική συνείδηση»· και ο Ρενέ Νταμάλ υποστήριξε ότι το Μαλντορόρ δεν ήταν παρά ένας «ιερός πόλεμος» ενάντια στην ανθρωπότητα.

     Αυτές οι δύο όψεις του Μαλντορόρ –η ζωικότητα και η πνευματικότητα– συχνά εφαρμόζουν πλήρως μεταξύ τους, γινόμενες σχεδόν αδιαχώριστες, καταλήγοντας σε ό,τι ο Γκαστόν Μπασλάρ ανέφερε ως «μακαριότητα της μεταμόρφωσης». Το σημείο αυτό έχει αναδειχθεί αρκετά απ’ τη σύγχρονη λογοτεχνική ακαδημαϊκή έρευνα επί του Μαλντορόρ. Υπάρχει ένα ζήτημα πατρότητας του κειμένου – που αφορά στο πραγματικό πρόσωπο Ιζιντόρ Ντυκάς που χρησιμοποίησε το φιλολογικό ψευδώνυμο Κόμης του Λωτρεαμόν, για τον οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα, πλην του ότι γεννήθηκε στο Μοντεβίδεο, στην Ουρουγουάη, το 1846, και πέθανε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες στο δωμάτιο ενός παριζιάνικου ξενοδοχείου, το 1870. Κάποιοι ερευνητές έχουν σημειώσει την ομοιότητα μεταξύ του ονόματος Λωτρεαμόν και του Latréaumont, του γοτθικού διηγήματος του Ευγένιου Σου που δημοσιεύτηκε τη δεκαετία του 1830. Ως προς τον τίτλο, το Μαλντορόρ έχει συχνά παραλληλισθεί με τη γαλλική φράση «mal d’aurore», στοιχείο που φαίνεται να ενισχύεται από ένα από τα λίγα γράμματα του Ντυκάς που σώζονται: «Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω την κατάστασή μου. Τραγούδησα το κακό όπως έκανε ο Misckiéwickz, ο Βύρωνας, ο Μίλτον, ο Σάουδι, o Αλφρέ ντε Μυσσέ, o Μπωντλαίρ κ.ά.» (Lautréamont 258).4

     Η περαιτέρω έρευνα έχει επισημάνει τις διάφορες κειμενικές οικειοποιήσεις που περιλαμβάνονται στο Μαλντορόρ, λογοτεχνικές οικειοποιήσεις του Όμηρου, της Βίβλου, του Σαίξπηρ, του Δάντη, του Μπωντλαίρ, του Ματούριν, ως και σχοινοτενή αποσπάσματα από εγχειρίδια μαθηματικών και φυσικών επιστημών – με πλέον σημαντικό ανάμεσά τους την Encyclopédie d’histoire naturelle (1850-61) του Jean-Charles Chenu. Όλα τα «στοιχεία» δείχνουν προς ένα κείμενο που επιχειρεί σε κάθε επίπεδο να απανθρωποιήσει τον εαυτό του, αποστερώντας του την πατρότητα, την αυθεντική φωνή, ως και το ίδιο του το νόημα. Το κείμενο του Μαλντορόρ είναι ληστρικό σε ό,τι αφορά τα εκτεταμένα δάνειά του, και, όπως ακριβώς το λέει και ο Praz, στο τέλος μετατρέπεται σε αυτοφαγία, καταβροχθίζοντας τον ίδιο του τον εαυτό. Όπως θα δούμε, αυτή η τάση προς την αυτο-αποκήρυξη –σωματική και κειμενική συνάμα– επιτρέπει στον Μαλντορόρ να καταρρίψει την απόσταση που χωρίζει το κτηνώδες απ’ το πνευματικό.

Δόντι και νύχι, σάρκα και αίμα

Μεταξύ των σύγχρονων μελετών του Μαλντορόρ υπάρχει ένα αξιοσημείωτο σώμα εργασιών που πραγματεύεται τον ρόλο των ζώων και της ζωικότητας εντός του κειμένου. Όμως ό,τι καθιστά κρίσιμο ένα έργο για το Μαλντορόρ αφορά κυρίως το πώς ακριβώς προσεγγίζει το θέμα του. Κάποιοι προκρίνουν μια κατανόηση των ζώων στον Μαλντορόρ με επίκεντρο τη γλώσσα και τις μεταφορικές χρήσεις της. Στην ανάλυσή του γύρω απ’ τις «ζωολογικές παρομοιώσεις», ο Peter Nesselroth υποστηρίζει, για παράδειγμα, ότι τα ζώα στο κείμενο πρέπει να γίνουν κατανοητά σε συνάρτηση με τις πολιτιστικές αναπαραστάσεις των ζώων, η οποία επιτρέπει στον Λωτρεαμόν να «παίξει» με διάφορους παράξενους παραλληλισμούς μεταξύ ανθρώπου και ζώων (όπως και με πολλές παρεμβολές επιστημονικών ζωολογικών περιγραφών). Το αποτέλεσμα τέτοιου είδους ρήξεων με τις συμβάσεις της ποιητικής γλώσσας είναι ότι «ο Λωτρεαμόν φανερώνει στον αναγνώστη ένα νέο τρόπο αντίληψης, διοράσεις που δεν περιορίζονται απ’ τα επίπλαστα όρια που μας επιβλήθηκαν απ’ την κουλτούρα, καθώς τα σύνορα μεταξύ αντικειμενικού και υποκειμενικού έχουν εξαφανιστεί» (Nesselroth 69).5

    Άλλες προσεγγίσεις υποστηρίζουν ότι τα παράξενα και ανώμαλα πλάσματα του Μαλντορόρ θα πρέπει να γίνουν κατανοητά απ’ την άποψη των ονείρων, των φαντασμάτων και των εφιαλτικών αρχετύπων. Τούτο προτείνει ο Alex de Jonge στη δική του ανάλυση του Μαλντορόρ ως εκτεταμένη «ανατομία ενός εφιάλτη». Τα ζώα στο Μαλντορόρ συχνά απεικονίζονται με αντισυμβατικό τρόπο, είτε μέσω της αντιστροφής της φυσικής τάξης (αράχνες και βατράχια που μιλούν) είτε μέσω δεινώσεων του σχετικού μεγέθους (πυγολαμπίδα σε μέγεθος σπιτιού). Για τον de Jonge, «ο Λωτρεαμόν διαστρεβλώνει και καταστρέφει τα βασικά καλούπια μέσα από τα οποία αποκωδικοποιούμε την πραγματικότητα. Οι στρεβλώσεις του απειλούν την αίσθηση που έχουμε για τον χώρο, του «πάνω» και του «κάτω», την ικανότητά μας να κρίνουμε το σχετικό μέγεθος των εικόνων που σχηματίζονται στον αμφιβληστροειδή μας» (82). Οι συγκεκριμένοι τύποι ζώων που συχνάζουν στις σελίδες του Μαλντορόρ –έντομα, ερπετά, αμφίβια– ξεχωρίζουν για τη ριζική διαφορά τους από το ανθρώπινο ζώο. «Είναι τοσο ξένα που παρουσιάζουν μια ολέθρια απειλή, μια πλούσια πηγή εφιαλτών» (84).

    Τέλος, υπάρχουν και οι προσεγγίσεις που υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να κατανοήσουμε τα πολυάριθμα ζώα, πλάσματα και τέρατα στο Μαλντορόρ έχοντας ως σημείο αναφοράς μας την έννοια της «φύσης» κατά την ιστορία της επιστήμης, όπου η φυσική φιλοσοφία, η λογική και η ταξινομητική πρόθεση, ακόμα και η θεολογία, πάνε χέρι-χερι. Σε μια αξιοσημείωτη περιγραφή των ζώων στον Μαλντορόρ, ο Alain Paris ισχυρίζεται πως σε ό,τι αφορά τον υπέρμετρο πολλαπλασιασμό των μορφών ζωής, τόσο των πραγματικών όσο και των φανταστικών, ο Μαλντορόρ δανείζεται το πρότυπό του απ’ το μπεστιάριο, το ανθολόγιο ζωολογικών μύθων. Για τον Paris, ο Λωτρεαμόν «είναι ένας εξερευνητής, ένας εξερευνητής του ανθρώπινου. Αλλά και του μη-ανθρώπινου επίσης, και, πιο συγκεκριμένα, του ζωικού βασιλείου. Από εκεί γεννιέται το μπεστιάριο, σαν παράκαμψη καταγεγραμμένη σ’ ένα ημερολόγιο πορείας (6· δική μου η μετάφραση).

    Αν και θα μπορούσαμε να αναφέρουμε όλα τα παραδείγματα ζώων που συναντάμε μέσα στο κείμενο, μια τέτοια λίστα δε θα μας έφερνε πιο κοντά στη ζωικότητα του Μαλντορόρ. Εδώ, τα ζώα δεν είναι ούτε υποδείγματα του φυσικού κόσμου ούτε αλληγορικά υποκατάστατα ανθρώπινων όντων. Το μήνυμα ενός τέτοιου κειμένου είναι ξεκαθαρό: η ζωικότητα δεν ανάγεται κατά κανένα τρόπο στα ζώα.

    Το κρίσιμης σημασίας έργο όπου το άνωθεν σημείο γίνεται πλήρως αντιληπτό είναι η μελέτη του Γκαστόν Μπασλάρ Lautréamont (1939). Στην ανάλυση του για το «πλέγμα της ζωικής ζωής» στο Μαλντορόρ, ο Μπασλάρ προτείνει να κατανοήσουμε τη ζωικότητα σε φαινομενολογικό επίπεδο, ως «ρωμαλέα ποίηση της επιθετικότητας» (2). Για τον Μπασλάρ, αυτό σημαίνει να κατανοήσουμε τα ζώα όχι τόσο ως βιολογικά είδη ή πολιτισμικά σύμβολα, όσο από την άποψη της επηρεαστικότητάς τους. Όπως σημειώνει, «ο Λωτρεαμόν αντιλαμβάνεται τα ζώα όχι ως μορφές αλλά ως άμεσες λειτουργίες –ως τις επιθετικές λειτουργίες τους, ακριβέστερα» (3). Τα ζώα ποτέ δεν είναι, απλώς κάνουν – ελίσσονται, θεριεύουν, μουντάρουν, καταβροχθίζουν. Υπ’ αυτή την έννοια, το Μαλντορόρ συνιστά ένα λεπτομερή κατάλογο επηρεασμών: «Μια πλήρης ταξινόμηση των ζωοφοβιών και των ζωοφιλιών θα απέφερε ένα είδος επηρεαστικού ζωικού βασιλείου, το οποίο θα είχε ενδιαφέρον να αντιπαραβάλλουμε με το ζωικό βασίλειο, όπως αυτό περιγράφεται στα μπεστιάρια της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα» (79).

   Μία από τις πλέον γόνιμες αναλύσεις του Μπασλάρ προέρχεται απ’ την αντιπαραβολή που κάνει ανάμεσα στον Λωτρεαμόν και τον Λα Φονταίν. Ο Λα Φονταίν, δημοφιλής συγγραφέας μεγάλου αριθμού μύθων που πρωταγωνιστούν ζώα, τείνει να απεικονίζει τους ανθρώπους με τη μορφή ζώων. Στους Μύθους του, τα ζώα έχουν την εμφάνιση των ζώων, όμως αποκάτω δεν είναι παρά υποδείγματα ανθρώπινων τύπων και χαρακτήρων. Για τον Λωτρεαμόν ισχύει μάλλον το αντίστροφο – οι άνθρωποι, όποτε εμφανίζονται στο κείμενο, έχουν την τάση είτε να μοιάζουν με ζώα είτε να ζωοποιούνται ταχέως λόγω του πώς ενεργούν. Εάν ο Λα Φονταίν ενδιαφέρεται στην πραγματικότητα για τον άνθρωπο μέσα στο ζώο, τότε ο Λωτρεαμόν ενδιαφέρεται για το ζώο μέσα στον άνθρωπο. Επιπροσθέτως, στο Μαλντορόρ οι άνθρωποι δεν έχουν μόνο κοινά γνωρίσματα με τα ζώα αλλά συχνά υποβάλλονται σε μεταμόρφωση και μετατρέπονται σε ζώα. Ο Μπασλάρ τονίζει αυτή την ενεργή, δυναμική, «επιθετική» ζωικότητα στο Μαλντορόρ, όπου η ζωικότητα ισοδυναμεί με λειτουργία. Τούτο βρίσκεται σε αντίθεση με τον Λα Φονταίν, για τον οποίο η ζωικότητα είναι εμφάνιση, αναπαράσταση και μορφή. Στα αναρίθμητα υβρίδια, τις τερατολογίες και τις μεταμορφώσεις που αποτελούν το Μαλντορόρ, ο Λωτρεαμόν διεκδικεί μια αντίληψη της ζωικότητας που παράγει συνεχώς ζωή, τη ζωή ως παράσταση. Σε αντίθεση, στον χαρακτηρισμό και τις καρικατούρες των ανθρώπινων ζώων στους Μύθους, ο Λα Φονταίν παρουσιάζει τη ζωή όπως αυτή γίνεται κατανοητή ως αναπαράσταση. Ενώ ο Λωτρεαμόν κατανοεί τη ζωικότητα ως έκρηξη επηρεασμών, ο Λα Φονταίν την κατανοεί ως σύνολο συμπεριφορών. Ο Μπασλάρ συνοψίζει αυτά τα επιχειρήματα με έναν ρομαντικό απόηχο (που διέπει όλη τη μελέτη του): «ο Λα Φονταίν έχει γράψει για την ανθρώπινη ψυχολογία μέσα από τη μορφή του ζωολογικού μύθου, αλλά ο Λωτρεαμόν έχει γράψει ένα μη-ανθρώπινο μύθο ζωντανεύοντας ξανά αυτές τις κτηνώδεις διεγέρσεις που παραμένουν ισχυρές στις καρδιές των ανθρώπων» (3).6

     Συγκρίσεις όπως οι παραπάνω επιτρέπουν στον Μπασλάρ να σκιαγραφήσει τη μείζονα αναλυτική συνεισφορά του στη μελέτη του Μαλντορόρ, επισημαίνοντας, πιο συγκεκριμένα, τόσο τη ζωικότητα εντός του κειμένου όσο και τη ζωικότητα του ίδιου του κειμένου. Ο κατάλογος των μειζόνων εμφανίσεων των ζώων και των ενεργειών τους αποκαλύπτει για τον Μπασλάρ δύο μείζονες όψεις της ζωικότητας του Μαλντορόρ. Απ’ τη μία, υπάρχει η ενέργεια του ξεσκίσματος και η συνάφειά της με τη φυσιολογία του νυχιού, του ράμφους, του κέρατος. Κι απ’ την άλλη, η ενέργεια του ρουφήγματος και η φυσιολογική συνάφειά της με τον απομυζητήρα, τον κυνόδοντα και το στόμα. Για τον Μπασλάρ, αυτές οι ενέργειες συνιστούν τους δίδυμους πόλους της ζωικότητας του Μαλντορόρ: «Πιστεύω πραγματικά ότι ο Λωτρεαμονισμός καταπιάνεται σχεδόν αποκλειστικά με δύο θέματα: το νύχι και τον απομυζητήρα, τα οποία αντιστοιχούν στα δίδυμα θέλγητρα της σάρκας και του αίματος» (16).

    Επιπροσθέτως, οι ενέργειες του ρουφήγματος και του ξεσκίσματος δεν αναφέρονται αποκλειστικά στα αντίστοιχα ανατομικά όργανα. Η ενέργεια του ξεσκίσματος (ή του ρουφήγματος) μπορεί να μεταβιβαστεί πλαγίως απ’ το νύχι σ’ ένα ελεφαντόδοντα, ένα ράμφος ή ένα κεντρί. Παρομοίως, το αντικείμενο του ξεσκίσματος (ή του ρουφήγματος) μπορεί επίσης να μετατοπιστεί απ’ τη σάρκα ενός αμφίβιου δέρματος στο λείο μάρμαρο ενός αγάλματος. Τούτη η πλάγια μεταβίβαση είναι τόσο γόνιμη στο Μαλντορόρ που καταλήγει μάλλον δεσποτική, λαμβάνοντας μια σχεδόν ανιμιστική ροπή στη διαμόρφωση και την παραμόρφωση των μορφών. Όπως σημειώνει ο Μπασλάρ, στο Μαλντορόρ «το όμορφο δεν μπορεί, πλέον, να αναπαραχθεί απλώς. Χρειάζεται πρωτίστως να παραχθεί. Παίρνει από τη ζωή –απ’ την ίδια την ύλη– στοιχειακές δυνάμεις που πρώτα μεταμορφώνονται και μόνο στη συνέχεια εξευγενίζονται μορφικά» (60).

    Σ’ ένα στιγμιότυπο που περιγράφει ο Μπασλάρ, το ασώματο «πνεύμα» του Μαλντορόρ μεταμορφώνεται πρώτα σε αετό, ύστερα σε ολόκληρο σμήνος και στο τέλος σε παράξενο στοιχειό, σε «απολεσθέν σώμα» –απαρτιζόμενο από ένα αποκομμένο ζεύγος φτερουγών από άλμπατρος συμφυρμένο με μια ψαροουρά– το οποίο πραγματοποιεί μια απειλητική πτήση δείχνοντας ανυπακοή στον «Πλάστη». Για τον Μπασλάρ, τέτοιες στιγμές φανερώνουν λιγότερα πράγματα για τα ζώα και περισσότερα για την αφηρημένη διαδικασία της ζωοποίησης, σηματοδοτώντας έτσι «ένα είδος ιλίγγου της ζωοποιητικής ικανότητας, η οποία σε αυτό το σημείο μπορεί να ζωοποιήσει το οτιδήποτε. Ο καθαυτό ανεπαρκής χαρακτήρας αυτής της στιγμιαίας βιολογικής σύνθεσης δείχνει ξεκάθαρα προς μια ανάγκη για ζωοποίηση στις απαρχές της φαντασίας» (27). Έτσι, μολονότι συναντάμε πολυάριθμα ζώα στο Μαλντορόρ, για τον Μπασλάρ όλα αυτά τα ζώα υπάγονται κατά βάση σε μια επηρεαστική φυσιολογία του ξεσχίσματος και του ρουφήγματος, του νυχιού και του δοντιού, της σάρκας και του αίματος.

     Στο Μαλντορόρ η ζωικότητα δεν είναι κατά κανέναν τρόπο ταυτόσημη με τα ζώα ως τέτοια, και όμως το κείμενο είναι γεμάτο από ζώα, ζώα που έρχονται απευθείας απ’ τα βιβλία φυσικής ιστορίας και απ’ τους φανταστικούς κόσμους της λογοτεχνίας, του μπεστιαρίου και του μύθου. Αυτού του τύπου η διάκριση επιπέδων –τα ζώα εντός του κειμένου και τα ζώα ως κείμενο– είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο συμφώνως προς την «αντι-γενική» ποιητική ενός κειμένου όπως ο Μαλντορόρ, με το πλήθος των αναφορών, δανείων και οικειοποιήσεων του, καθώς και με τους διάφορους τρόπους συρραφής τους. Με μια πρόταση: ζωικότητα είναι εκείνο το σημείο όπου συγκλίνουν τα ζώα εντός του κειμένου και το κείμενο ως ζώο.7 Όπως ο Μπασλάρ έχει ήδη υπαινιχθεί, αυτό το σημείο σύγκλισης άπτεται του ζητήματος της μορφής.

Η μακαριότητα της μεταμόρφωσης

Το Μαλντορόρ είναι ένα κείμενο όπου οι άγριες μεταμορφώσεις των πλασμάτων εντός του έρχονται να ταιριάξουν με την εξίσου άγρια μεταμόρφωση του ίδιου. Τόσο μεγάλη είναι η ζωικότητα των μορφών στο Μαλντορόρ που η παραγωγή και η καταστροφή, η γένεση και η παρακμή, η διαμόρφωση και η παραμόρφωση έχουν την τάση να αλληλοεπικαλύπτονται. Όπως σημειώνει ο Μπασλάρ, στο Μαλντορόρ «το έμβιο ον έχει μια όρεξη για μορφές εξίσου μεγάλη με την όρεξή του για ύλη» (84). Αυτή η έμφαση όχι μόνο στη μορφή αλλά και στις μορφές της ζωής επίσης φέρνει τον Λωτρεαμόν κοντά στον Αριστοτέλη. Αν και στα αριστοτελικά έργα περί φυσικής φιλοσοφίας συναντάμε λεπτομερείς περιγραφές ζώων, είναι μόνο στην πραγματεία που έμεινε γνωστή ως De anima [Περί Ψυχής] που ο Αριστοτέλης πραγματεύεται τη ζωή αυτή καθαυτή, πέρα δηλαδή απ’ τις επιμέρους εκδηλώσεις της. Το ερώτημα που ωθεί την έρευνά του δεν έχει να κάνει μόνο με την κατανόηση της τάδε ή της δείνας μορφής αλλά με την κατανόηση της ζωής κάθε μορφής ζωής. Για τον Αριστοτέλη, πρέπει να υπάρχει κάτι ουσιακό ακόμα και στην παραμικρή μορφή ζωής, τέτοιο ώστε να μας επιτρέπεται να πούμε ότι ένα πουλί, ένας άνθρωπος, ένα δέντρο και ένα χταπόδι είναι όλα έμβια όντα. Εδώ ο Αριστοτέλης προτείνει τον όρο ψυχή (που αποδίδεται συχνά στα αγγλικά ως «soul», ή, ακριβέστερα, ως «life-principle» [αρχή που διέπει τη ζωή]). Αυτή η ψυχή, ή αλλιώς αρχή που διέπει τη ζωή, είναι για τον Αριστοτέλη άμεσα συνδεδεμένη με τη μορφή κάθε έμβιου όντος. Όπως σημειώνει, «the soul must be substance in the sense of being the form of a natural body, which potentially has life» (69).8 Επιπροσθέτως, αυτή η αρχή των μορφών της ζωής είναι πάντα διαμορφωτική, υπό την έννοια ότι αποτελεί ενεργοποίηση της «δυναμικότητας ζωής»: «The soul may therefore be defined as the first actuality of a natural body possessing life» (69).9 Για έναν στοχαστή όπως τον Αριστοτέλη, η ικανότητα για μορφή ισοδυναμεί με μια «δυναμικότητα ζωής»· δεν υπάρχει ζωή δίχως μορφή της ζωής.

     Σε αντίθεση με τον Αριστοτέλη, η μορφή στο Μαλντορόρ δεν είναι ούτε αυτό που διατηρεί την ύλη ούτε αυτό που σχηματίζεται αφηρημένα ως κενό περιέχον. Η μορφή δεν είναι τέλος καθαυτό, ούτε και υποχωρεί μπροστά στην οντολογική προτεραιότητα της ύλης (ακόμη κι αν η ύλη γίνεται αντιληπτή απ’ την άποψη των βιταλιστικών ιδιοτήτων με τις οποίες αναδύεται). Η μορφή δεν οδηγεί σε ό,τι είναι εύ-μορφο [well-formed] ή δια-μορφωμένο [in-formed]. Είναι, για να χρησιμοποιήσουμε μπασλαρικούς όρους, η δυναμικότητα του ξεσχίσματος και του ρουφήγματος, της σάρκας και του αίματος, του νυχιού και του δοντιού· όμως αυτά από μόνα τους είναι εκδήλωσεις μιας γενικότερης ζωικότητας, διεπόμενης από μια επιθετική, παραγωγική «όρεξη για μορφές». Απεναντίας, στο Μαλντορόρ υπάρχει μια αίσθηση ότι τα πάντα απορροφώνται από τη μορφή, την ίδια στιγμή που η μορφή καταβροχθίζει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας. Στο Μαλντορόρ, η μορφή δεν μορφοποιείται ποτέ πλήρως. Αντ’ αυτού καταβροχθίζεται, μεταβολίζεται, εξουδετερώνεται και ανασυστήνεται με νέα εμφάνιση. Κατά μία έννοια, η ζωικότητα του Μαλντορόρ είναι μια προέκταση του αριστοτελισμού ίσαμε το λογικό του πέρας, όπου ό,τι μορφοποιείται ανα-μορφώνεται [re-forming] και παρα-μορφώνεται [de-forming] επίσης. Το Μαλντορόρ δεν αντιτίθεται ακριβώς στον αριστοτελισμό. Το αντίθετο μάλλον ισχύει, είναι αριστοτελισμός σε κατάσταση παροξυσμού, ένας ανήμερος αριστοτελισμός.

    Τούτη η «όρεξη για μορφές» έχει μια τελεολογία καταφανώς πνευματική. Η όρεξη για μορφές δεν είναι αυθαίρετη ή συμπτωματική, σε πείσμα των επιθετικών, ενστικτωδών συμπαραδηλώσεών της. Ο Μπασλάρ υποστηρίζει ότι η όρεξη για μορφές στο Μαλντορόρ συχνά διέρχεται ορισμένα διαδοχικά στάδια και αποκορυφώνεται σε μια εκστατική, οιονεί μυστική κατάσταση. Η ζωικότητα του Μαλντορόρ «εκκινεί απ’ έναν κόσμο ζωντανών μορφών όπου πραγματοποιείται με σαφώς διατυπωμένες ζωολογικές ιστορίες, μεταβαίνοντας σε μια ζώνη δοκιμαστικών μορφών, για να καταλήξει σε μια λίγο-πολύ αμιγή επίγνωση της σχεδόν αναρχικής ελευθερίας της πνευματοποίησης» (83). Το σχόλιο είναι σύντομο· ο Μπασλάρ δεν το αναπτύσσει. Όμως ο υπαινιγμός είναι που έχει ενδιαφέρον – δηλαδή ότι στον πυρήνα της ζωικότητας του Μαλντορόρ υπάρχει όντως η πνευματικότητα. Η «πνευματική αναρχία» του Μαλντορόρ είναι το άμεσο αποτέλεσμα της επιθετικής, βιταλιστικής ζωικότητας των μορφών. Σε άλλο σημείο της μελέτης του ο Μπασλάρ διατυπώνει φευγαλέα μια ακόμα πιο αξιοσημείωτη φράση («μακαριότητα της μεταμόρφωσης») για να περιγράψει την εν λόγω τομή ζωικότητας και μυστικισμού: «[…] υπάρχουν αποσπάσματα που παρουσιάζουν ξεκάθαρα ίχνη φρενίτιδας μα κυρίως μακαριότητας της μεταμόρφωσης […] για τον Λωτρεαμόν, η μεταμόρφωση είναι το μέσο να εκτελείς μονομιάς μια ενεργητική πράξη» (6). Εντούτοις, ο Μπασλάρ δεν επεξεργάζεται και δεν αναπτύσσει αυτό το μυστικιστικό μοτίβο. Όμως αυτό δεν μπορεί παρά να είναι κεντρικό για την κατανόηση της ζωικότητας του Μαλντορόρ. Η «μακαριότητα της μεταμόρφωσης» δεν αναφέρεται μόνο σε μια ζωικότητα αξεδιάλυτη απο μυστικιστικές τάσεις, επιχειρεί να συλλάβει τη μορφή μ’ ένα τρόπο που είναι ταυτοχρονως ο πιο ταπεινός και ο πιο ευγενής, κτηνώδης και πνευματικός, παραμορφωμένος και διαμορφωμένος.

     Ο Μπασλάρ δεν είναι ο μοναδικός αναγνώστης του Μαλντορόρ που επισήμανε αυτή την πνευματική διάσταση – ή, πιο συγκεκριμένα, αυτή την επιθετική, αναρχική πνευματικότητα του κειμένου. Αυτού του είδους η ανάγνωση αποτελεί ξεκάθαρα μέρος του πάθους των σουρεαλιστών με τον Λωτρεαμόν, και παίζει κρίσιμο ρόλο στη μελέτη του Μπλανσό Lautréamont and Sade [Λωτρεαμόν και Σαντ]. Πιο πρόσφατα, αυτή η διάσταση έχει αναπτυχθεί στη μελέτη της Liliane Durand-Dessert La Guerre Sainte: Lautréamont et Isidore Ducasse, όπου, κόντρα στις υπάρχουσες ερμηνείες, η συγγραφέας κάνει λόγο για «θρησκευτικό πόλεμο» στην καρδιά του Μαλντορόρ: «Αυτή η επανάσταση της συνείδησης, της οποίας ο Μαλντορόρ αποτελεί […] ευανάγνωστο ίχνος, δεν είναι καθαυτή καινοφανές φαινόμενο μα συνιστά το θεμέλιο κάθε θρησκείας, και κάτι που συναντάμε στη βάση κάθε μυητικής παράδοσης» (3· η μετάφραση δική μου).

     Στην πραγματικότητα, μπορούμε να αντλήσουμε τα συμπεράσματα των σύντομων σχολίων του Μπασλάρ εάν συλλάβουμε εκ νέου τον Μαλντορόρ ως κείμενο που αφορά μια ζωικότητα που δομείται ακολουθώντας την πορεία ενός μυστικού σχεδίου. Το κείμενο εκκινεί από μία συμβατική συνθήκη του ανθρώπινου, αρθρωμένη κατά μήκος μιας διαίρεσης των μορφών ζωής (άνθρωπος, ζώο, φυτό, ορυκτό) που αντιστοιχεί σε μια διαίρεση των βιολογικών λειτουργιών (λόγος, κίνηση, θρέψη, αλλαγή). Εδώ βλέπουμε όλα τα υποδείγματα της ευρωπαϊκής κουλτούρας του δεκάτου ενάτου αι. – την αστική οικογένεια, τα αθώα νιάτα, τους εραστές και τους τυχοδιώκτες, τους ανθρώπους της επιστήμης και, φυσικά, τους ιερείς. Όμως βλέπουμε επίσης εγκληματίες, παράφρονες, νεκροθάφτες καθώς και αρρώστους στα νεκροκρέβατά τους. Εν ολίγοις, τη ζωή και τον κόσμο της ανθρωπότητας. Για το Μαλντορόρ, αυτός είναι ο ανθρώπινος κόσμος της επιστήμης και της θρησκείας, ιδίως της φυσικής ιστορίας και της φυσικής θεολογίας. Εν προκειμένω, η ζωικότητα υπάγεται πάντα στα ζώα, είτε με τη μορφή θρησκευτικής εικονογραφίας (λ.χ. προβάτων, κατσικιών, μαύρων σκύλων) είτε από την άποψη της επιστημονικής ορθολογικότητας (λ.χ. των πολυάριθμων οικειοποιήσεων από την Encyclopédie d’histoire naturelle).

      Το Μαλντορόρ παρουσιάζει την εισβολή της ζωικότητας σ’ αυτό τον κόσμο, την εισβολή του απάνθρωπου [unhuman] στο ανθρώπινο. Μερικές φορές αυτό γίνεται μέσω πραγματικών ζώων, επιλεγμένων λόγω της τεράστιας διαφοράς τους σε σχέση με τον άνθρωπο (βλ. τα πολυάριθμα υβρίδια αμφιβίων και ερπετών στο κείμενο), ενώ σ’ άλλα σημεία μέσω ζωικών συναρμογών [assemblages] (κοπαδιών, σμηνών από έντομα ή αγέλων). Σε κάποιο σημείο του Άσματος Ι αυτός ο τύπος ζωικότητας εμφανίζεται σαν αρπακτική, μιασματική δύναμη που στοιχειώνει την οικογένεια και τον οικιακό χώρο· σαν μίασμα που μετατρέπεται σε αγέλη λυσσασμένων σκύλων και έρχεται να συνδεθεί, κάπως τηλεπαθητικά, μ’ ένα κοψοχολιασμένο νεαρό αγόρι που συνειδητοποιεί τη μοίρα του, μέσα στην ασφάλεια του κρεβατιού του. Σε αυτές τις σκηνές οι ανθρώπινοι χαρακτήρες έρχονται αντιμέτωποι με κάτι ριζικά απάνθρωπο, κάτι που δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν διαφορετικά παρά μόνο ως «κακό» ή «ωμότητα». Στο Άσμα ΙΙ η ανακάλυψη ενός κουφαριού στον Σηκουάνα δίνει το έναυσμα για έναν στοχασμό γύρω από την αυθαιρεσία του θανάτου· που συνδέεται άμεσα με μια προηγούμενη ενότητα όπου ο αφηγητής φαντάζεται το πτώμα του Θεού σαν κάτι απαρτιζόμενο από πλήθος ψαριών και αμφιβίων. Ο φόβος και ο τρόμος κυριαρχούν, ως εάν η προφανής τάξη του ανθρώπινου, πολύ ανθρώπινου κόσμου να τέθηκε αίφνης σε εκκρεμότητα. Κάθε ανθρώπινη δράση μοιάζει αυθαίρετη, μια διάχυτη αίσθηση τρόμου ετοιμάζεται να καταλάβει άξαφνα τις πιο ασφαλείς και εγγυημένες καταστάσεις.

     Το επόμενο στάδιο εμφανίζεται εκεί όπου λαμβάνει μέρος η ζωοποίηση του ανθρώπου – αλλά και του θείου επίσης. Εν προκειμένω, ο Μαλντορόρ προχωράει πέρα από την εναντίωση του ανθρώπινου και του ζωικού, εισερχόμενος σ’ ένα πεδίο υβριδικότητας η οποία πραγματοποιείται μέσω των δίπτυχων καταλυτών που αναφέρει ο Μπασλάρ, δηλαδή του ξεσχίσματος και του ρουφήγματος. Οι σχέσεις ανθρώπου-ζώου, ζώου-ζώου και, πρωτίστως, ζώου-Θεού πραγματοποιούνται μέσα από διαδοχικές μεταμορφώσεις και μετασχηματισμούς. Εδώ δεν βλέπουμε μόνο υβρίδια ανθρώπου-ζώου αλλά και τα εξής: μια μετενσαρκωμένη, βρικολακιασμένη αράχνη, τον θεατρικό μονόλογο μιας πυγολαμπίδας με θέμα την πορνεία, μια μακρά ελεγεία για έναν κοιμώμενο ερμαφρόδιτο-μάντη, ένα αποκεφαλισμένο χταπόδι να εξεγείρεται ενάντια στον Θεό και ένα γιγαντιαίο σκατοφάγο να παίζει το περίλυπο, περιττωματικό, σισύφειο δράμα του. Ίσως το πιο περιβόητο παράδειγμα αυτού του τύπου ζωικότητας απαντά στο Άσμα ΙΙ, όπου, καταμεσής ενός θυελλώδους ναυαγίου σε βραχώδεις ακτές, ο αφηγητής έρχεται σε παθιασμένη συνουσία μ’ έναν γιγάντιο καρχαρία.

    Το τελικό στάδιο του μυστικού σχεδίου του Μαλντορόρ είναι εκείνο όπου η αμεσότητα της ζωικότητας οδηγεί σε μια αμιγή ανοικτότητα της μορφής στο πλαίσιο μιας ακατάπαυστης μεταμόρφωσης. Το κείμενο εκτρέπεται από τη ζωικότητα εντός του και κατευθύνεται προς τη ζωικότητα του ίδιου· οι σκηνές και τα συμβάντα που απεικονίζονται στο βιβλίο –οικειοποίησεις από άλλες πηγές– δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε μια μάλλον εντελώς αυθαίρετη παραγωγή μορφών (μια «αναρχική πνευματοποίηση»). Εδώ, βλέπουμε βρικολακιασμένα νύχια χεριών, μεγαλωμένων εντός ολίγων βδομάδων, να λαχταρούν βρεφικό αίμα· τρίχες μαλλιών στο κρεβάτι ενός πορνείου να επιδίδονται σε θεατρικούς μονολόγους· κάθε λογής όργανα του σώματος να μετατρέπονται σε τρωκτικά ή ερπετά· τον Θεό να μεταμορφώνεται πρώτα σε φρύνο και ύστερα σε γιγαντιαίο ευνουχισμένο γουρούνι· τον ίδιο τον κόσμο απ’ την προοπτική ενός πύθωνα, ενός βασιλίσκου και μιας βαλανιδιάς· τέλος, τα μαθηματικά να γίνονται μονομιάς ό,τι πιο ευλαβικό και συγχρόνως ό,τι πιο φρικιαστικό, το απάνθρωπο στην έσχατη μορφή του.

     Στον βαθμό, επομένως, που ο Μαλντορόρ συλλαμβάνει τη ζωικότητα μέσα από το κάτοπτρο του μυστικισμού, μπορούμε να εντοπίσουμε την τελική πορεία του μυστικού του σχεδίου, ωθούμενοι από τη «μακαριότητα της μεταμόρφωσης», μια ζωικότητα μορφών με τελικό σκοπό τη διπλή άρνηση του ανθρώπινου και του θείου, του ανθρώπου και του Θεού. Στο τέλος αυτής της πορείας, το κείμενο προχωράει απ’ την αναπαραγωγή στην παραγωγή, απ’ την αναπαράσταση στην παράσταση, σηματοδοτώντας έτσι μια στροφή από τη ζωικότητα εντός του κειμένου στη ζωικότητα του ίδιου του κειμένου. Όλα αυτά έπονται της προπαραδοχής ότι η ζωικότητα του Μαλντορόρ δεν μπορεί να υπαχθεί στα ζώα. Τούτο, με τη σειρά του, ισοδυναμεί με μια έμφαση στη μορφο-δοτούσα [form-giving] και μορφο-ποιούσα [form-generating] διαδικασία των μορφών ζωής, ειλημμένη στο έπακρον στις διάφορες περιπτώσεις τερατωδών μεταμορφώσεων. Εδώ η ζωικότητα είναι αυτή η ζωοποιός αρχή της ζωής (η αριστοτελική ψυχή) που ορίζει την ίδια τη δυνατότητα της μορφής και της διαμόρφωσης [forming], την ίδια την ικανότητα για μορφή. Φιλοσοφικά μιλώντας, η εν λόγω έννοια υποδηλώνει μια μεταφυσική της δωρεάς της γένεσης [generosity], μια αφοσίωση στην πρώτη αρχή της παραγωγής, της γονιμότητας, καθώς επίσης και κάτι το αμιγώς θετικό – μια πρώτη αρχή φιλοσοφίας που δεν μπορεί, εξ ορισμού, να εξεταστεί απ’ τη φιλοσοφία. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που λαμβάνει τέτοιο μυστικιστικό τόνο αυτός ο τύπος ζωικότητας.

καταβροχθίζοντας το ανθρώπινο

Στο Μαλντορόρ, συνεπώς, ωθούμενος από τη βιταλιστική μεταφυσική της δωρεάς της γένεσης και της απογονιμότητας [prodigality], μετατοπίζεται κανείς απα την απλή θεώρηση της ζωικότητας σε μια θεώρηση της αλλόκοτης τομής ζωικότητας και πνευματικότητας, της πνευματικής αναρχίας των μορφών της ζωής. Ένας αναγνώστης του Μαλντορόρ όπως ο Μπασλάρ υπαινίσσεται αυτή τη «μακαριότητα της μεταμόρφωσης», σύμφωνα με την οποία η ζωικότητα δεν μπορεί επ’ ουδενί να υπαχθεί στα ζώα.

    Όμως στρεφόμενοι απ’ τη ζωικότητα στην πνευματικότητα παραμερίζουμε, κατά κάποιον τρόπο, τον άνθρωπο – που είναι και ο στόχος ορισμένων απ’ τις πιο καυστικές εκφράσεις στο Μαλντορόρ. Όμως ποια είναι η υπόσταση του ανθρώπου σε σχέση με την εν λόγω μυστική ζωικότητα, αυτή τη μακαριότητα της μεταμόρφωσης; Ο Μπασλάρ κάνει μια σχετική νύξη, μολονότι πρόκειται για το ασθενέστερο σημείο της ανάλυσής του. Το δίχως άλλο, υπάρχει ένα γερό αντιανθρωπιστικό νήμα που διατρέχει όλο το Μαλντορόρ, το οποίο μαρτυρείται όχι μόνο στη βία που υφίστανται όλοι σχεδόν οι ανθρώπινοι χαρακτήρες αλλά και στις ιστορίες με ζώα, ζωικά μέρη και ζωικές μεταμορφώσεις επίσης. Ενώ στον Μαλντορόρ τα ανθρώπινα όντα υφίστανται συχνά τερατώδεις μεταμορφώσεις και ενώ o συγγραφέας συντάσσεται συνεχώς ενάντια στον άνθρωπο (συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπινα κατασκευασμένου Θεού), ο Μπασλάρ υποστηρίζει ότι ο αντιανθρωπισμός του Μαλντορόρ αποτελεί, στην πράξη, μια απόπειρα να φανταστούμε εκ νέου τον άνθρωπο καινό επιχειρούμενη στο πλαίσιο της ζωικότητας. Όπως σημειώνει τολμηρά, «το μπεστιάριο των ονείρων μας δίνει πνοή στη ζωή που επιστρέφει στα βιολογικά βάθη μας […] Κάθε βιολογική λειτουργία μπορεί να δημιουργήσει σύμβολα· κάθε βιολογική συνθήκη μπορεί να παράγει φανταστικές εικόνες» (86).

    Σε τελική ανάλυση, ο Μπασλάρ καταλήγει να θεωρεί τη ζωικότητα του Μαλντορόρ ως ένδειξη ενός είδους υπερανθρώπινης ικανότητας για φαντασία και ως ποιητική της μορφής – ακόμη και εκεί όπου το κείμενο εξεγείρεται τόσο βίαια ενάντια στον άνθρωπο. Για τον Μπασλάρ, η ζωικότητα του Μαλντορόρ έχει στην πραγματικότητα να κάνει με την ποίηση, τη δημιουργία νέων μορφών, ό,τι ο ίδιος τιτλοφορεί ως «ποίηση της προεκβολής» ή, με άλλα λόγια, της «αναπεπταμένης φαντασίας». Οι διαδοχικές, ακατάπαυστες και επιθετικές μεταμορφώσεις στον Μαλντορόρ καταλήγουν να θεωρούνται ως δείκτης του ανθρώπινου περάσματος εκείθεν του ζώου και, στο τέλος, εκείθεν του ίδιου του εαυτού. Όπως λέει ο Μπασλάρ: «Μέχρι αυτό το σημείο, ο άνθρωπος εμφανίζεται σαν το σύνολο των ζωτικών δυνατοτήτων, σαν υπερ-ζώο. Έχει όλη τη ζωικότητα στην ευχέρειά του» (11).

      Η έμφαση του Μπασλάρ στη φαντασία δεν αποτελεί απόπειρα να καθιερωθεί εκ νέου ο άνθρωπος στην κορυφή της Μεγάλης Αλυσίδας του Όντος. Πίσω από τις προτάσεις του για την ποίηση της αναπεπταμένης φαντασίας βρίσκεται μια περαιτέρω επένδυση στη βιταλιστική μεταφυσική της γονιμότητας, της δωρεάς της γένεσης και της μεταμόρφωσης. Ο Μαλντορόρ δεν είναι τόσο η περίτρανη απόδειξη της ικανότητας του ανθρώπου να φανταστει το οτιδήποτε και τα πάντα. Είναι η εκδήλωση μιας ανώνυμης, παραγωγικής, δημιουργικής αρχής που ζωντανεύει τον κόσμο – ιδίως τον φυσικό. Για τον Μπασελάρ, κατά μια έννοια η «φαντασία» δεν είναι παρά συνώνυμο για την ποίηση, την παραγωγή και τη δημιουργία. Αυτό το νόημα προκύπτει στις καταληκτικές σελίδες του βιβλίου του:

 Η οδός της άμεσης ανθρώπινης προσπάθειας δεν είναι παρα μια φτωχή επέκταση της ζωικής προσπάθειας. Μόνο στο όνειρο της δράσης υπάρχουν οι όντως ανθρώπινες χαρές της δράσης. Στο να προκαλείς τη δράση δίχως να δρας· στο να αφήνεις τον περιορισμένο χρόνο για χάρη του απελευθερωμένου χρόνου, την επιτελεστική στιγμή για χάρη της αποφασιστικής στιγμής […] στο να αντικαθιστάς μια φιλοσοφία της δράσης, που συχνά δεν είναι παρά μια φιλοσοφία της παρακίνησης, με μια φιλοσοφία της αδράνειας και κατόπιν με μια φιλοσοφία της συνείδησης του αδρανείν […] Τούτη η αδράνεια της φαντασίας θα πρέπει εν συνεχεία να αποτελέσει το εναρκτήριο σημείο ωστε να ξαναβρεθούν κίνητρα σκέψης απ’ τα οποία είναι βέβαιο ότι απουσιάζει το ζωικό στοιχείο, ελεύθερα από κάθε μορφή αποπλάνησης, αποκομμένα απ’ τον υπνωτισμό των εικόνων, ξεκομμένα εντελώς από τις κατηγορίες της νόησης, αυτές τις «απολιθώσεις διανοητικής σύνεσης». (90)

   Ενώ μπορούμε να συμφωνήσουμε με την απόπειρα του Μπασλάρ να προεκτείνει τη ζωικότητα πέραν του «ζώου», παραμένει ασαφές πώς μια τέτοια «στέρεα αποζωοποιημένη σκέψη» αποφεύγει να καθιερώσει εκ νέου τον άνθρωπο στην κορυφή της πυραμίδας (πολλώ δε μάλλον όταν, όπως ο ίδιος αναφέρει σε ένα σημείο, ορίζει την «ψυχανάλυση της ζωής» ως μέρος του θεωρητικού του προγράμματος). Μέρος της σύγχυσης αυτής προκύπτει λόγω του άλματος απ’ τη συζήτηση της ζωικότητας εντός του κειμένου προς τη συζήτηση της ζωικότητας του ίδιου του κειμένου. Μολονότι μεγάλο μέρος της ανάλυσης του λειτουργεί στο επίπεδο της ζωικότητας εντός του κειμένου (όπως η ανάλυσή του για τα μοτίβα του ξεσχίσματος και του ρουφήγματος), οι ευρύτεροι, πιο φιλοσοφικοί ισχυρισμοί του βασίζονται στην ταυτότητα μεταξύ των δύο τύπων ζωικότητας (εντός του κειμένου και του ίδιου του κειμένου). Με άλλα λόγια, τα επιχειρήματά του γύρω απ’ την αναπεπταμένη φαντασία και τη βιταλιστική ποιητική του Μαλντορόρ βασίζονται στην πράξη σε κατάρρευση της διάκρισης μεταξύ της ζωικότητας εντός του κειμένου και της ζωικότητας του ίδιου του κειμένου.

      Στην πραγμάτευσή του για την αναπεπταμένη φαντασία, ο Μπασλάρ επιθυμεί να προβάλλει την αξίωση μιας γενικευμένης ποίησης [poiesis], μιας ποίησης που εκτείνεται πέρα απ’ τους τρόπους της λογοτεχνικής αναπαράστασης, ως και πέρα απ’ τους τρόπους της κειμενικής παραγωγής. Η εν λόγω ποίηση είναι, για τον Μπασελάρ, πλήρως βιταλιστική, παραγωγική και γόνιμη· πρόκειται για μια ζωικότητα αέναου μετασχηματισμού και μεταμόρφωσης. Κατ‘ αυτό τον τρόπο, η αναπεπταμένη φαντασία δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στα ανθρώπινα όντα ή στα προϊόντα του ανθρώπινου πολιτισμού. Ο Μπασλάρ έρχεται πολύ κοντά στο να προβάλλει έναν «ρεαλιστικού» τύπου ισχυρισμό αναφορικά μ’ αυτή τη γενικευμένη ποίηση ως ιδιότητα του καθαυτό κόσμου.

    Πλην όμως, ακόμη και εάν θεωρήσουμε ότι ο Μπασλάρ αντιλαμβάνεται τη «φαντασία» με μια γενικώς μη ανθρώπινη έννοια, δεν είναι ξεκάθαρο το γιατί ένα ρητά ποιητικό κείμενο, κάτι που ανήκει ρητά στον ανθρώπινο πολιτισμό, θα μπορούσε να αποτελέσει άβαταρ αυτής της αναπεπταμένης φαντασίας. Γιατί να μην ισχυριστούμε, λόγου χάρη, ότι οι παραγωγικές μεταμορφώσεις και οι μορφολογίες της ίδιας της φύσης δεν είναι τα αληθινά υποδείγματα της αναπεπταμένης φαντασίας; Τέτοιου είδους προβλήματα τεπιδεινώνονται αν αναλογιστούμε το γερό αντιανθρωπιστικό νήμα που διατρέχει το Μαλντορόρ. Για κείμενο που ζυγιάζεται τόσο λυσσαλέα ενάντια στο ανθρώπινο είδος θα ήταν παράξενο να θεωρήσουμε το Μαλντορόρ ως μέγιστο επίτευγμα της φαντασίας, ανθρώπινης ή άλλης.

   Για τον Μπασελάρ, ο αντιανθρωπισμός και η ζωικότητα συνυπάρχουν σε μια ταραγμένη σχέση. Ο αντιανθρωπισμός οδηγεί τελικά σε ανανεωμένο ανθρωπισμό της φαντασίας, σε προβιβασμό του ανθρώπινου επί του ζωικού. Αυτό που κάνει ο Μπασλάρ είναι ότι επιχειρεί σε πρωτο χρόνο ό,τι θα συνιστούσε την πιο ακραία δήλωση αντιανθρωπισμού για να το μεταμορφώσει στη συνέχεια σε έκκληση γι’ έναν ανανεωμένο ανθρωπισμό της φαντασίας. Για τον Μπασλάρ, η ζωικότητα του Μαλντορόρ είναι το όχημα μέσω του οποίου η ανθρωπότητα ανανεώνεται – όχι τόσο απ’ την άποψη του λόγου όσο απ’ αυτήν της φαντασίας. Εδώ, η ζωικότητα υπάγεται στην ανθρωπινότητα (αν και μια ανθρωπινότητα της φαντασίας παρά του λόγου). Σύμφωνα με τη μπασλαρική ανάγνωση, το Μαλντορόρ είναι η ποιητική θυσία της ζωικότητας για χάρη της νέας ανθρωπότητας.

αποφατική ζωικότητα

Όπως σημειώσαμε ήδη, ο Μαλντορόρ μάς υποδεικνύει μια σχέση μεταξύ της ζωικότητας και της πνευματικότητας. Αυτή η πνευματικότητα δεν χρειάζεται να είναι ανθρωποκεντρικού τύπου, δεν χρειάζεται δηλαδή ο άνθρωπος να είναι τελικός σταθμός ή κορύφωση της ζωικότητας, η αμεσότητα να είναι η ύψιστη μακαριότητα ή η μεταμόρφωση να είναι η ύψιστη μορφή. Υπάρχει, όμως, στον Μαλντορόρ ένας διαφορετικός τύπος ζωικότητας στον οποίο η σύνδεση με την πνευματικότητα διατηρείται αλλά ο ίδιος δεν κορυφώνεται στην εξύψωση του ανθρώπινου ζώου ως ύψιστης μορφής ζωικότητας; Μήπως υπάρχει στο Μαλντορόρ μια μη αντιανθρωπιστική ζωικότητα;

     Η παραδοσιακή αντίληψη των ζώων στη φιλοσοφία είναι διττή: τείνει είτε να περιορίσει τα ζώα στο νατουραλιστικό υπόστρωμά τους είτε να τα ανυψώσει σ’ ένα αφηρημένο βασίλειο ροών και δυνάμεων. Κατά τρόπο παράδοξο, στη φιλοσοφία των ζώων τα ίδια τα ζώα εξαφανίζονται υπό το πέπλο της εμπειρικής παρατήρησης, της επιστημολογικής ταξινόμησης και της ερμηνευτικής επιταγής για μύθικο, συμβολικό και ψυχολογικό βάθος. Όταν δεν υπάγεται στα ζώα, η ζωικότητα εξυψώνεται, συμπεριλαμβάνοντας επίσης και την ανθρώπινη ζωή (είτε αποκλείοντας είτε συμπεριλαμβάνοντας το ανθρώπινο). Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, την οριζόντια εκδοχή της ζωικότητας, όλες οι μορφές ζωής διατάσονται επίπεδα ως μέρη του ζωικού βασιλείου, η καθεμία με τα δικά της χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη, την κάθετη εκδοχή της ζωικότητας, κάθε μορφή ζωής διευθετείται συμφώνως προς μια ιεραρχία ικανοτήτων και λειτουργιών. Παρ’ όλα αυτά, αυτό που έχουν κοινό αμφότερες οι απόψεις είναι η φιλοσοφική δέσμευση στη μεταφυσική της δωρεάς της γένεσης και της απογονιμότητας, τη βιταλιστική οντολογία των γόνιμων μορφών που συνεχώς πολλαπλασιάζονται, αναπαράγονται και αλλάζουν. Η ζωικότητα των ζώων είναι η δέσμευση στην ιδέα της αρχέγονης, βιταλιστικής δωρεάς της γένεσης, της δημιουργίας και της μορφής. Εδώ, η φιλοσοφία των ζώων είναι αναγκασμένη να λάβει ως δεδομένο κάτι πρότερο του ζώου (τη «ζωή»), που είναι συνδεδεμένο, κατά τρόπο θεμελιακό, με την αναπαραγωγή και τον πολλαπλασιασμό των μορφών, τα οποία αποτελούν αυτή την παραδοσιοκρατική αντίληψη της ζωικότητας. Εν ολίγοις, αυτή η μεταφυσική της δωρεάς της γένεσης είναι το a priori της ζωικότητας.

     Στην καρδιά της «μακαριότητας της μεταμόρφωσης» και του μυστικού σχεδίου της υπάρχει μια φιλοσοφική δέσμευση στην αντίληψη της ζωής ως κάτι που αναπαράγει, γονιμοποιεί και πολλαπλασιάζει τις μορφές ζωής. Υπάρχει μια μεταφυσική της δωρεάς της γένεσης που προσδιορίζει και καθορίζει τη μακαριότητα της μεταμόρφωσης, και είναι αυτή η βιταλιστική μεταφυσική που εκτυλίσσεται στην εξύψωση του ανθρώπου απ’ την άποψη της δημιουργικής ικανότητας και της «αναπεπταμένης φαντασίας». Κοντολογοίς, τα πάντα είναι γενναιόδωρα, και είναι τόσο γενναιόδωρα για χάρη του ανθρώπου.

       Αν ισχύει αυτό, τότε μπορούμε να αναρωτηθούμε κατά πόσον υπάρχει στον Μαλντορόρ μια ζωικότητα που δεν είναι βιταλιστική και γενναιόδωρη, δηλαδη μια μακαριότητα της μεταμόρφωσης, όσο το αντίθετό της: μια ζωικότητα της άρνησης της ζωής, της απόσυρσης, της εξόντωσης, της διάλυσης, της ερήμωσης κάθε μορφής – εν ολίγοις, μια ζωικότητα που, ενώ διατηρεί τη σύνδεση με τον μυστικισμό, τον συλλαμβάνει συγχρόνως στη διάλυση της μορφής. Μια ζωικότητα της απουσίας, της απόστασης, της αδιαφάνειας – μια λοξή ζωικότητα. Τούτο θα σήμαινε να δώσουμε προσοχή σ’ εκείνες τις στιγμές όπου η ζωικότητα παύει να είναι άμεση, δίχως όμως να είναι και απούσα – εκεί όπου η ίδια επωφελείται απ’ τον απροσπέλαστο χαρακτήρα της. Η ζωικότητα στο Μαλντορόρ δεν είναι ο συνεχής πολλαπλασιασμός των μορφών· είναι αυτό που μας διαφεύγει συνεχώς, ένα ζώο που χάνει τη μορφή του μετατρεπόμενο σε σμήνος, ενά σμήνος που, με τη σειρά του, διαλύεται για να γίνει αδιαχώριστο απ’ τα ίδια τα στοιχεία της φύσης και την ατμόσφαιρα – είναι όλα όσα διαχέονται με ανάλογη ευκολία στις λοξές και αδιαφανείς ιδέες που εγκατοικούν στο κείμενο.

      Συνεπώς, μπορεί να μην υπάρχει στο Μαλντορόρ ένα μυστικό σχέδιο αλλά μια μυστική ανωμαλία, μια ανατροπή της θείας ευδαιμονίας, ένας μυστικισμός που δεν καταλήγει στην πληρότητα της «μακαριότητας της μεταμόρφωσης» μα σε άλλο είδος μακαριότητας, τη γοτθική μακαριότητα της απώλειας κάθε μορφής. Τούτη η γοτθική μακαριότητα θα απαιτούσε μια οντολογία βασισμένη όχι στην κατάφαση και τη δωρεά της γένεσης μα στην άρνηση και τη διάλυση – θα απαιτούσε, εν ολίγοις, μια αρνητική θεολογία. Υπ‘ αυτή την έννοια, το Μαλντορόρ δεν είναι μια έντονη μακαριότητα της μεταμόρφωσης όσο μια ακατάπαυστη ποίηση της άρνησης. Ένας μυστικός των τελών του πέμπτου και των αρχών του έκτου αιώνα, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, διατυπώνει αυτή την αντίθεση μεταξύ της θετικής (cataphatic [καταφατικής]) και της αρνητικής (apophatic [αποφατικής]) μορφής μυστικισμού ως εξής:

Και νομίζω πώς πρέπει να υμνήσουμε τις αναβάσεις (ανάβαση διά της αφαιρετικής ή αποφατικής οδού) αντίστροφα απ’ ό,τι την κατάβαση (καταφατική οδός)· αφού μάλιστα για κείνη αρχίσαμε από τα υψηλότερα και περνώντας από τα μέσα κατεβήκαμε στα κατώτερα· εδώ όμως από τα κατώτερα θα ανεβούμε στα ανώτερα, αφαιρώντας τα πάντα, για να γνωρίσουμε ολοφάνερα την αγνωσία που από όλα τα γνωστά και τα όντα περικαλύπτεται, και να δούμε τον υπερούσιο εκείνο γνόφο, που κάθε φως που κατοικεί τα όντα τον αποκρύβει. (138)10

    Η άρνηση στο πλαίσιο αυτού του μυστικισμού δεν είναι μια άρνηση της στέρησης ή της αφαίρεσης, είναι μια άρνηση αντιφατική, και μάλιστα ύψιστου επιπέδου, επειδή σχηματίζει τον ορίζοντα της ανθρώπινης γνώσης. Είναι μια άρνηση που συμπεριλαμβάνει την απαλοιφή, την εξαφάνιση, την επιλάθευση (apo-) της ορθολογικής πραγμάτευσης και σκέψης (phanai). Αντλώντας απ’ την αποφατική παράδοση της άρνησης στον μυστικισμό, μπορούμε έτσι να κάνουμε λόγο εδώ για αποφατική ζωικότητα. Στο Μαλντορόρ, η αποφατική ζωικότητα έχει δύο όψεις, που αμφότερες έχουν να κάνουν με την άρνηση της μορφής. Από τη μία έχουμε την αναμόρφωση [anamorphosis], χαρακτηριστικά δείγματα της οποίας είναι οι χίμαιρες, τα τέρατα και τα υβρίδια στο Μαλντορόρ.11 Το παρακάτω απόσπασμα απ’ το Άσμα IV εξηγεί τη διπλή διαδικασία της γένεσης και της πτώσης της μορφής που είναι μέρος του αποφατισμού του Μαλντορόρ:

Είμαι λερός. Οι ψείρες με κατατρώνε. Τα γουρουνάκια όταν με βλέπουν, ξερνούν. Οι κρούστες και το πουρί της λέπρας έχουνε ντύσει το πετσί μου, όλο πύον κιτρινωπό. Νερό από ποτάμια ή δρόσο από σύννεφα δεν ξέρω. Στον αυχένα μου, σαν σε κοπριά, φυτρώνει ένα πελώριο μανιτάρι, μ’ ομπρελοφόρους μίσχους. Καθισμένος σ‘ άμορφο έπιπλο, έχω να κουνήσω τα μέλη μου εδώ και τέσσερις αιώνες. Τα πόδια μου έβγαλαν ρίζα στη γη και σχηματίζουν, ώς την κοιλιά μου, κάτι σαν θαλερή βλάστηση, γεμάτη ελεεινά παράσιτα, που μήτε φυτό θυμίζει ακόμα, μήτε και σάρκα είναι. Παρ‘ όλα αυτά, η καρδιά μου χτυπά. Θα χτυπούσε, άραγε, αν η σαπίλα και οι βρομερές οσμές απ‘ το πτώμα μου (δεν τολμάω να το πω σώμα) δεν την τρέφανε αφειδώς; Κάτω από την αριστερή μου μασχάλη, μια οικογένεια βατράχων έχει βρει στέγη, κι ένας τους να κουνήσει, εγώ γαργαλιέμαι. Το νου σας μην ξεφύγει κανένας, κι έρθει και ξύσει με το στόμα του, το μέσα μέρος του αυτιού μου: μέχρι και στον εγκέφαλο μου θα‘ ταν εις θέσιν να χωθεί. Κάτω απ‘ τη δεξιά μασχάλη μου, είν‘ ένας χαμαιλέων που τους κυνηγάει διαρκώς, για να μην ψοφήσει απ‘ την πείνα: όλοι πρέπει να ζήσουν. Όταν, όμως, η μια φατρία χαλάει τα σχέδια της άλλης, δεν τους μένει τίποτα καλύτερο απ‘ το να ρουφάνε με όλη τους την ησυχία το λεπτό λίπος που σκεπάζει τα πλευρά μου: μου‘ γινε πια συνήθειο. Μια μοχθηρή οχέντρα μου κατασπάραξε το πέος και πήρε τη θέση του: με κατάντησε ευνούχο, η αισχρή. Α, να μπορούσα ν‘ αμυνθώ με τα παράλυτα χέρια μου – αλλά μάλλον κούτσουρα έχουν γίνει. Όπως κι αν έχει, το θέμα είναι ότι το αίμα δεν φτάνει πια ώς εκεί βγάζοντας βόλτα την κοκκινίλα του. Δύο μικροί σκαντζόχοιροι, που δεν μεγαλώνουνε πια, πετάξανε σ‘ ένα σκυλί, που δεν είπε όχι, το ψαχνό απ‘ τους όρχεις μου: στις δύο σακούλες της επιδερμίδας, που ξεπλύθηκε προσεκτικά, βρήκανε μέρος να κουρνιάσουν. Στην τρύπα του πρωκτού σκάλωσε ένα καβούρι: παίρνοντας θάρρος που ποτέ δεν σαλεύω, φυλάει την είσοδο με τις δαγκάνες του, και με πεθαίνει στον πόνο! Δυο μέδουσες διαβήκανε τις θάλασσες, αυτόματα μαγνητισμένες από μια ελπίδα που δεν βγήκε λάθος. Κοιτάξανε με προσοχή τα σαρκώδη μέρη που σχηματίζουν τα ανθρώπινα οπίσθια, κι αγκιστρωμένες στη σφαιρική καμπύλη τους, τη ζούληξαν τόσο πολύ με τη συνεχή πίεσή τους, που τα δύο κομμάτια της σάρκας εξαφανίστηκαν, κι έμειναν μόνο δύο τέρατα, βγαλμένα απ‘ το βασίλειο της βλέννας, ολόιδια ως προς το χρώμα, το σχήμα και τη θηριωδία. Μη μου μιλάτε για τη σπονδυλική μου στήλη, γιατί είναι ένα σπαθί. (142–43)12

Σ’ αυτή τη μη αφηγηματική ενότητα βλέπουμε μια τερατώδης εκδοχή όχι μόνο του φυσικού σώματος μα και του πολιτικού. Το σώμα εμφανίζει μια αποσύνθεση (και, όπως διαισθάνεται κανείς, μια πτώση και διάλυση), όμως την ίδια στιγμή είναι στέρεο, παγωμένο και πετρωμένο. Στην αναμόρφωση βλέπει κανείς την κατάρρευση των σχέσεων μέρους-όλου για χάρη ενός παιχνιδιού μεταξύ των μερών, καθώς επίσης και μεταξύ του όλου και του ταυτού. Η αναμόρφωση μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρικά, όπως στο προηγούμενο παράθεμα, ή χρονικά, όπως στο καταληκτικό Άσμα, όπου ένας αρχάγγελος μετατρέπεται σε γιγαντιαίο εδώδιμο καβούρι, ύστερα σε ψαροουρά με φτερά πτηνού, και πάει λέγοντας. Η αναμόρφωση διενεργείται στον άξονα ανθρωπινότητας/ζωικότητας και επιτελείται μέσω της αποσύνθεσης και της διάσπασης.

    Εκτός απ’ την αναμόρφωση, υπάρχει όμως και η αμόρφωση [amorphosis], χαρακτηριστικό δείγμα της οποίας είναι τα πολυάριθμα στιγμιότυπα απουσίας της μορφής. Εδώ, η ζωικότητα της απουσίας της μορφής δεν σχετίζεται κατ’ ανάγκην με τα πραγματικά ζώα. Δεδομένου ότι η αναμόρφωση είναι πρωτίστως μεταμορφωτική, η αμόρφωση είναι πρωτίστως μορφωτική, αφορά δηλαδή τα όρια της μορφής και την απουσία της. Ένα παράδειγμά της έχουμε στο Άσμα V του Μαλντορόρ, ένα απόσπασμα που καταλήγει, κατά τρόπο αξιοπρόσεκτο, σε στοχασμό γύρω από την ποιητική του ίδιου του κειμένου:

Ο αναγνώστης ας μη θυμώσει, εάν η πρόζα μου δεν έχει την καλή τύχη να του αρέσει. Υποστηρίζεις πως οι ιδέες μου είναι τουλάχιστον παράξενες. Αυτό που λες, άνθρωπε σεβαστέ, είναι και η αλήθεια – μια αλήθεια, ωστόσο, που μεροληπτεί. Αλλά τι αστείρευτη πηγή από σφάλματα και παρανοήσεις δεν είναι η κάθε αλήθεια που μεροληπτεί! Τα μαυροπούλια πετάνε ομαδικά μ’ έναν απόλυτα δικό τους τρόπο, που λες και υποτάσσεται σε μια ομοιόμορφη και σταθερή τακτική, σαν πειθαρχημένο στράτευμα που υπακούει με ακρίβεια στη φωνή ενός και μόνο αρχηγού. Στη φωνή του ενστίκτου τα μαυροπούλια υπακούνε, και το ένστικτό τους τα οδηγεί να πλησιάζουν πάντα το κέντρο του σμήνους, ενώ η ταχύτητα της πτήσης τους τα παρασύρει μακριά απ’ αυτό – έτσι ώστε αυτά τα στίφη των πουλιών, συγκεντρωμένα τοιουτοτρόπως προς το ίδιο μαγνητικό κέντρο, σε αδιάκοπη παλινδρόμηση, σε κυκλοφορία και διασταύρωση προς όλες τις κατευθύνσεις, σχηματίζουν κάτι σαν θυελλωδώς περιδινούμενο στρόβιλο, που όλη του η μάζα, χωρίς ν’ ακολουθεί μια πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση, μοιάζει να κινείται προοδευτικά γύρω απ’ τον ίδιο της τον εαυτό, αποτέλεσμα κάποιων ιδιαίτερων κυκλοφοριακών κινήσεων του κάθε τμήματός της, και όπου το κέντρο, αναπτυσσόμενο διαρκώς, αλλά και συρρικνούμενο, καθώς απωθείται από την αντίθετη φορά των γραμμών που το περιβάλλουν και το συμπιέζουν, παρουσιάζει μονίμως μια μεγαλύτερη πύκνωση απ’ όλες τις άλλες γραμμές, που κι αυτές με τη σειρά τους πυκνώνουν ανάλογα με την ως προς το κέντρο γειτνίασή τους. Παρά τον ιδιαίτερο αυτό τρόπο τους να στροβιλίζονται, τα μαυροπούλια δεν σημαίνει ότι δεν σχίζουν, με σπάνια ταχύτητα, τον ατμοσφαιρικό αέρα, και ότι δεν κερδίζουν αισθητά, κάθε στιγμή, ένα έδαφος πολύτιμο για τη λήξη των κόπων τους και το στόχο της αποδημίας τους. Γι’ αυτό, κι εσύ, μη δίνεις προσοχή στον περίεργο τρόπο με τον οποίο τραγουδώ την καθεμιά απ’ τις στροφές μου. (159–60)13

Σε αντίθεση με άλλα στιγμιότυπα ζωικότητας στο Μαλντορόρ (στα οποία συναντάμε ακατάπαυστες βιολογικές συμμείξεις και υβρίδια), εδώ έχουμε ένα αυτοτελές απόσπασμα πάνω σ’ ένα μεμονωμενο φαινόμενο, αυτό της συμπεριφοράς του σμήνους, το οποίο είναι αυστηρά οργανωμένο και ταυτοχρόνως άμορφο και χαοτικό. Επιπλέον, είναι ένα απόσπασμα δανεισμένο ως έχει απ’ την Encyclopédie d’histoire naturelle, κάτι που καθιστά αμφίσημη την ίδια την πράξη της ανάγνωσης του κειμένου, εξαιτίας της συγχώνευσης της επιστημονικής περιγραφής και της αλληγορικής παρομοίωσης.14 Στην απομόρφωση η μορφή εξωθείται στα άκρα, γινόμενη είτε απουσία μορφής (εκκένωση κάθε μορφής) είτε απόλυτη μορφή (καταβρόχθισμα κάθε πιθανής μορφής). Τα εν λόγω στιγμιότυπα απουσίας της μορφής ενδέχεται να υπάρχουν είτε μέσα σ’ ένα μοναδικό σώμα (π.χ. στη μορφολογία του ίδιου του χαρακτήρα του Μαλντορόρ ως αγέλης σκύλων και μετά μιάσματος) είτε διάχυτα σ’ όλη την έκταση των πολλαπλών σωμάτων (λ.χ. στα σμήνη των πτηνών, την ορδή των αρουραίων, το σμήνος των ιπτάμενων καλαμαριών). Η απομόρφωση διενεργείται κατά μήκος του άξονα ανθρωπινότητας/θειότητας και επιτελείται μέσω της διάλυσης και της έκλυσης.

    Το Μαλντορόρ είναι κείμενο ανώμαλο, γεμάτο από κάθε λογής ζώα. Όπως είναι και κείμενο που καταγίνεται με τη ζωικότητα εν γένει, μια ζωικότητα δηλαδή που δεν υπάγεται πλήρως στα ζώα, πράγμα που δηλώνεται στις συχνές καταστρατηγήσεις τόσο της ρεαλιστικής όσο και της αφηγηματικής μορφής του. Το πιο σημαντικό όμως δεν είναι αυτό, αλλά το κατά πόσον αφορά την παραγωγή ή την απώλεια της μορφής, το κατά πόσον τείνει προς μια ζωικότητα που διέπεται απ’ τη βιταλιστική δωρεά της γένεσης ή απ’ την αποφατική διάλυση της ζωής.

    Εν προκειμένω, έχουμε δύο παραλλαγές σ’ ένα θέμα, το οποίο αφορά την τομή ζωικότητας και πνευματικότητας. Από τη μία, έχουμε τη «μακαριότητα της μεταμόρφωσης». Αυτή η παραλλαγή βασίζεται σε μια φιλοσοφική προπαραδοχή κατά την οποία η μεταφυσική της βιταλιστικής δωρεάς της γένεσης παρέχει το υπόβαθρο για μια γόνιμη, πολλαπλασιαστική δημιουργία μορφών ζωής – μια «μακαριότητα της μεταμόρφωσης» πνευματική και συνάμα ζωική. Έτσι, έχουμε μια εγκάρσια ζωικότητα και μια κατακόρυφη ανθρωπότητα, ένεκα των πολυάριθμων μορφών ζωής εντός του κειμένου που αποκορυφώνονται σε μια ανθρωποποιημένη ικανότητα για ποίηση [poiesis]. Για τη «μακαριότητα της μεταμόρφωσης», η ζωικότητα είναι άμεση και καταφατική προς τη ζωή. Από την άλλη, έχουμε παρουσιάσει άλλη μία παραλλαγή. Μια παραλλαγή που υπογραμμίζει τον αναπόφευκτο αντιανθρωπισμό που διατρέχει δυναμικά την ιερεμιάδα προσβολών ενάντια στον Θεό και στον άνθρωπο. Απ’ αυτή την άποψη, ο Μαλντορόρ είναι ένα κείμενο που καταφέρεται εναντίον του ανθρώπου – καθώς επίσης και εναντίον της «ζωής» (τον προνομιακό τίτλο που οι άνθρωποι αποδίδουν στον εαυτό τους εκ μέρους των υπόλοιπων όντων). Ενώ ο Λωτρεαμόν εστερνίζεται το αριστοτελικό πάθος για τις μορφές της ζωής, την ίδια στιγμή αντιτίθεται στον Αριστοτέλη ως προς την ανάγκη μιας αρχής-που-διέπει-κάθε-ζωή και της μεταφυσικής αναγκαιότητας της ικανότητας της αρχής αυτής να δίνει σχήμα στη μορφή. Με τον Λωτρεαμόν περνάμε απ’ την εύ-μορφη [well-formed] ζωή (τη ζωή της βιολογικής ταξινόμησης), μέσω της δια-μορφωτικής [form-ing] ζωής (τη μεταφυσική της δωρεάς της γένεσης, τη μακαριότητα της μεταμόρφωσης), σε μια ύποπτη και σκιώδη περιοχή, σ’ έναν γοτθικό τρόπο, όπου η μορφή και η διαμόρφωση [forming] δεν ξεχωρίζουν απ’ την παρα-μόρφωση [de-forming] και την απο-μόρφωση [un-forming]. Εάν εξακολουθεί, λοιπόν, να είναι «μυστική» η ζωικότητα, αυτό συμβαίνει κατά τη συγκεκριμένη αποφατική έννοια, την οποία ο Alain Paris συνοψίζει στη μελέτη του ως εξής:

Ο Λωτρεαμόν αποδοκιμάζει κάθε ανθρώπινη μορφή συνείδησης, όπως η δυαδικότητα και η συνείδηση αυτής της δυαδικότητας – δηλαδή της διάκρισης του εαυτού και του κόσμου, και του εαυτού από τον ίδιο τον εαυτό […] Για τον Λωτρεαμόν, ο Θεός αναπαριστά συνήθως αυτή την ετερότητα που θεμελιώνει τη συνείδηση όσο και το σχίσμα της συνείδησης από τον εαυτό της […] Έτσι θα πρέπει να κατανοήσουμε την έχθρα για τον Θεό, που εμφανίζεται ευθύς εξ αρχή στο Μαλντορόρ, και όχι με την παραδοσιακή έννοια του προβλήματος του καλού και του κακού […] Στον Λωτρεαμόν υπάρχει ένας μυστικισμός της έχθρας. Η έχθρα είναι προπαιδευτική για το θείο και για το εκείθεν του ανθρώπινου. (115-6· η μετάφραση δική μου.)

    Σύμφωνα με τη μπασλαρική ανάγνωση, η ζωικότητα του Μαλντορόρ έγκειται στη «μακαριότητα της μεταμόρφωσης», είναι μια έννοια ζωικότητας που συνδέει την αμεσότητα της ζωής με μια τεχνική της μορφής. Ως εκ τούτου, στις αγορεύσεις του γύρω απ’ την «αναπεπτάμενη φαντασία» ο Μπασλάρ υπαινίσσεται μια ανάγνωση του Μαλντορόρ ως ηρωικού είδους ποίησης, ως παραδείγματος της μοντερνιστικής επιταγής να ανακαλύψουμε το νέο.

     Ωστόσο, κάτι τέτοιο τείνει να υποβαθμίσει την κεντρική σημασία του γοτθικού στο Μαλντορόρ, τόσο ως προς το ύφος του όσο και ως προς το λογοτεχνικό περιεχόμενό του. Σύμφωνα μ’ αυτόν, τον γοτθικό τρόπο, η ζωή υπάρχει στο μέτρο που παύει συνεχώς να υπάρχει και η απογονιμότητα των μορφών στο μέτρο που οι μορφές παρακμάζουν, αποσυντίθενται ή κατακερματίζονται. Εδώ, η ζωικότητα είναι μια μορφή ζωής που αναπτύσσεται παρακμάζοντας, οικοδομείται πάνω σε ερείπια και είναι κολοσσιαία στη μηδαμινότητά της. Εν ολίγοις, το Μαλντορόρ δεν είναι ηρωικό, είναι τραγικό είδος ποίησης.

     Το Μαλντορόρ είναι ένα τραγικό είδος ποίησης καθώς διατρανώνει ότι υπάρχει υπερβολικά πολλή μορφή στον κόσμο. Κι αυτό γιατί υπάρχει υπερβολικά πολλή ζωή (και δεν υπάρχει μορφή δίχως ζωή). Το Μαλντορόρ αναλαμβάνει κάτι το ακατόρθωτο, το έργο της δυναμικής και διαρκούς απο-μόρφωσης κάθε μορφής, προπαντός της πιο ανιαρής απ’ όλες, της ανθρώπινης. Πέρα απ’ το εκτεταμένο υβρεολόγιο προς τον Θεό και τις πολυάριθμες εξωφρενικές περιγραφές των ζώων, η πρόκληση που θέτει το Μαλντορόρ δεν είναι ενάντια στη θρησκεία ή την επιστήμη. Η αληθινή πρόκληση που θέτει αφορά το εξής: ποια είναι η επαρκέστερη μορφή του απάνθρωπου; Όμως αυτό μπορεί να επιλυθεί μόνο μέσω κάποιας μορφής. Και έτσι, η ποιητική της γοτθικής μισανθρωπίας του θα προσλάβει αναγκαστικά το εγκαταλελειμμένο κέλυφος ή το κουφάρι των ήδη υφιστάμενων μορφών της λογοτεχνίας και της ζωής.

coda: μη-λογοτεχνία και μη-ζωή

Προς το τέλος της μελέτης του, ο Μπασλάρ θέτει τον προβληματισμό πώς ένα τέτοιο κείμενο μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τη λογοτεχνία ή την ποίηση αλλά και το συνολικό πεδίο της ποιητικής. Κάτι που τον οδηγεί στην επινόηση ενός άχαρου αλλά παρεμφατικού όρου, του «μη-λωτρεανισμού»:

Οι μεταμορφώσεις του Ντυκάς έχουν επιδείξει το πλεονέκτημα της αποσταθεροποίησης εκείνης της ποίησης που πνίγεται στο έργο της περιγραφής. Οφείλουμε, κατά την άποψή μου, να εκμεταλλευτούμε τη ζωή που αφήνεται στις μεταμορφωτικές δυνάμεις και να προχωρήσουμε σ’ ένα είδος μη-λωτρεαμονισμού, που θα διασπείρει το Μαλντορόρ προς όλες τις κατευθύνσεις. Θα συνεχίσω έτσι να χρησιμοποιώ τον όρο «μη-λωτρεαμονισμό», δίδοντάς του όμως την ίδια λειτουργία που έχει ο όρος «μη-ευκλειδισμός» ως κάτι που μπορεί να γενικεύσει την ευκλείδεια γεωμετρία. (90)

   Η μπασλαρική αγόρευση περί μη-λωτρεαμονισμού μοιάζει με τη «μη-φιλοσοφία» του François Laruelle, που κι αυτός επίσης κάνει έναν παραλληλισμό με τη μη-ευκλείδεια γεωμετρία. Για τον Laruelle, η μη-φιλοσοφία δεν είναι ούτε αντι-φιλοσοφία ούτε μετα-φιλοσοφία. Η μη-φιλοσοφία έχει ως πρώτη ύλη της τη φιλοσοφία, ρίχνοντας φως στη «φιλοσοφική απόφαση» που συγκροτεί τη διάκριση της φιλοσοφίας απ’ τη θεολογία, τα μαθηματικά ή την ποίηση και οριοθετεί εσωτερικά τη θεμελιακή φιλοσοφία (τη μεταφυσική και την οντολογία) απ’ τους επιμέρους φιλοσοφικούς κλάδους (τη φιλοσοφία της θρησκείας, την πολιτική φιλοσοφία και τη φιλοσοφία της επιστήμης). Η φιλοσοφική απόφαση αυτή είναι μια κατ’ ανάγκην αυτοθεσία και αποτελεί τη βάση της επεξηγηματικής δύναμης της φιλοσοφίας. Όπως ισχυρίζεται ο Laruelle, «η φιλοσοφία ρυθμίζεται συμφώνως προς μια αρχή ανώτερη απ’ την αρχή του Λόγου: την Αρχή της αποχρώσας φιλοσοφίας. Η τελευταία εκφράζει την απόλυτη αυτονομία της, την ουσία της φιλοσοφίας ως αυτο-τεθειμένης/-χορηγούμενης/-τιτλοφορούμενης/-αποφασίζουσας/-θεμελιωμένης (Laruelle 139). Η μη-φιλοσοφία θα μπορούσε, συνεπώς, να εξετάσει τις πτυχές της φιλοσοφίας που η ίδια η φιλοσοφία αδυνατεί, δίχως να γίνει κάτι άλλο (λογική, επιστήμη, ποιητική).

     Εάν ερμηνεύσουμε έτσι τη μπασλαρική εισήγηση περί μη-λωτρεαμονισμού ή μη-λογοτεχνίας, τότε το ερώτημα αφορά το κατά πόσον το Μαλντορόρ είναι έργο μη-λογοτεχνίας, με την έννοια ότι δημιουργεί εμπόδια σε κάθε είδος ποιητική μιας ισορροπημένης σχέσης μορφής-περιεχομένου, σε κάθε λογοτεχνία αναπαράστασης και ερμηνευτικού βάθους. Έτσι όμως, επανερχόμαστε στα εισαγωγικά σχόλια γύρω απ’ τη ζωικότητα στο Μαλντορόρ –τη ζωικότητα εντός του κειμένου και το κείμενο ως ζωικότητα. Το Μαλντορόρ είναι μη-λογοτεχνία επειδή σε κάθε φράση του επερωτά τη «λογοτεχνική απόφαση» με την οποία η λογοτεχνία αποστασιοποιείται και την ίδια στιγμή εμπλέκεται σε ό,τι παρουσιάζει. Το Μαλντορόρ βάλλει ενάντια στο ανθρώπινο per se, άρα και στην πολιτισμική έννοια του ανθρώπου ως λογοτεχνικού οντος, μια μορφή ζωής που επιδίδεται στον στοχασμό, την αναπαράσταση και την παραγωγή νοήματος.

    Όμως, όπως μας υπενθυμίζει ο Ζυλ Ντελέζ, η λογοτεχνία είναι ανεξάλειπτα συνδεδεμένη με τη ζωή. Μολαταύτα αυτό δεν χρειάζεται να συμβαίνει με τη συνηθισμένη έννοια, κατά την οποία η λογοτεχνία αναπαριστά τη ζωή οπως η μορφή την ύλη. Όπως ισχυρίζεται ο Ντελέζ, «το να γράφεις δεν σημαίνει απαραίτητα να επιβάλλεις μια μορφή (της έκφρασης) στην ύλη της βιωμένης εμπειρίας» (225). Τούτο συμβαίνει γιατί η λογοτεχνία όχι απλώς μεταμορφώνει αλλά μεταμορφώνεται συνάμα: «Η λογοτεχνία τείνει περισσότερο στο αδιαμόρφωτο [ill-formed] ή το ατελές […] Είναι το πέρασμα της Ζωής που διαπερνά ό,τι είναι δυνατό να βιωθεί και συγχρόνως το ήδη βιωμένο» (ό.π.). Εάν ισχύει κάτι τέτοιο, εάν η λογοτεχνία και η ζωή συνδέονται όχι όπως η μορφή με την ύλη αλλά ως αμοιβαία παραμορφωτικές [deforming] και απομορφωτικές [unforming] δραστηριότητες, τότε ποιο θα ήταν το αντίστοιχο του «μη-λωτρεαμονισμού» ή της «μη-λογοτεχνίας»; Φαίνεται ότι κάθε είδος μη-λωτρεαμονισμού ή μη-λογοτεχνίας εγείρει αμέσως την πιθανότητα της μη-ζωής [non-life], της ζωής που δεν μπορεί να βιωθεί, ή, ακριβέστερα, του «βιωμένου-άνευ-ζωής» [«lived-without-life»].15 Ο Μπασλάρ υπαινίσσεται κάτι ανάλογο: «Το Μαλντορόρ μπορεί να γίνει αντιληπτός ως αφορμή να δούμε τι θα σήμαινε να ξεκόβαμε βιαίως απ’ την τετριμμένη ύπαρξή μας, δεξιωνόμενοι την άλλη ζωή, η οποία θα πρέπει να δηλωθεί με τον αντιφατικό νεολογισμό “αβιώσιμη ζωή” [unlivable life]» (55). Όπως ο Ντελέζ, έτσι και ο Μπασλάρ τάσσεται υπέρ μιας μη-αναπαραστατικής αντίληψης της λογοτεχνίας, που θεωρεί τη λογοτεχνία ως τέτοια τόσο λογοτεχνία όσο και ζωή. Όμως αυτό ωθεί αμφότερους προς μια μεταφυσική της δωρεάς της γένεσης, μια βιταλιστική δέσμευση στη δυναμική αλλαγή και το συνεχές γίγνεσθαι.

  Όπως και να’ χει, αυτή η σχέση μεταξύ λογοτεχνίας και ζωής αναβλύζει αποκλειστικά και μόνο απ’ την πηγή της ανθρωπότητας. Σε τι αφορά  η λογοτεχνία και η σχέση της με τη ζωή εάν όχι στην ειδικά ανθρώπινη ζωή, τη ζωή που μπορεί να προσδιορίσει τη ζωή και τη λογοτεχνία; Αυτή είναι μια από τις κεντρικές προκλήσεις που θέτει το Μαλντορόρ. Η παράξενη εισήγηση της μη-λογοτεχνίας, της λογοτεχνίας που δεν προορίζεται για τον άνθρωπο, θα καθιστούσε αναγκαία και τη μη-ζωή, ή, με άλλα λόγια, τη ζωή που δεν είναι ούτε η ανθρώπινη εμπειρία ζωής ούτε η «ζωή» των επιστημών της ζωής. Το Μαλντορόρ είναι ένα κείμενο που ζυγιάζεται ενάντια στον άνθρωπο – με κάθε τρόπο, ακόμα και απ’ την άποψη της λογοτεχνικής μορφής του:

Εδώ, πραγματικά, δεν έχουμε ένα έργο γεννημένο απ’ την παρατήρηση των άλλων, όμως ούτε και απ’ την παρατήρηση του εαυτού. Η δημιουργία προηγείται της παρατήρησης. Το έργο δεν έχει στόχο, κι όμως είναι δράση. Δεν έχει σχέδιο, κι όμως είναι συνεκτικό. Η γλώσσα του δεν είναι η έκφραση μιας σκέψης που προηγείται. Είναι έκφραση ψυχικής δύναμης που έγινε ξαφνικά γλώσσα. Εν ολίγοις, το έργο είναι μια ακαριαία γλώσσα. (Bachelard 55)

   Όμως το έργο του Μπασλάρ συμβιβάζεται τελικά, λόγω της «ηρωϊκής» στροφής του προς τον άνθρωπο. Όχι μόνο ξαναβρίσκει τη ζωικότητα σε μια ανώτερη ανθρωπότητα (την «αναπεπταμένη φαντασία», με όλη τη ζωικότητα στην ευχέρειά της), αλλά σχεδόν όλη η μπασλαρική πραγμάτευση της ζωικότητας και της «μακαριότητας της μεταμόρφωσης» επικεντρώνονται στην οιονεί ενστικτική αμεσότητα της ζωικότητας –την επιθετικότητα, τη δράση, την κίνηση, τη δημιουργία, την αυθορμησία, και πάει λέγοντας. Για τον Μπασλάρ, η ζωικότητα ισοδυναμεί με αμεσότητα. Πολύ δε περισσότερο, ο Μπασλάρ δίνει έμφαση στο γεγονός ότι το Μαλντορόρ παρουσιάζεται –ως κείμενο– ανάλογο μιας τέτοιας αμεσότητας, ως εάν το ίδιο να προηγήθηκε –κατά τρόπο αυθόρμητο– της εννοιολογικής σύλληψης, του σχεδιασμού και της συγγραφής του. Αλλάζοντας σταθερά, σχηματίζοντας συνεχώς υβρίδια, εκρέοντας σελίδες επί σελίδων «μακαριότητας της μεταμόρφωσης», το Μαλντορόρ μοιάζει σαν να υπήρχε ανέκαθεν, πριν από κάθε μορφή μεσολάβησης. Η ζωικότητα του Μαλντορόρ εκφράζει κάτι το οποίο συνιστά πραγματική φιλοσοφική πρόκληση – μια αμεσότητα που προκαλεί κάθε φιλοσοφική απόφαση, κάθε μεταφυσικό ισχυρισμό που θα εκκινούσε, για παράδειγμα, απ’ τη διάκριση του όντος και μη όντος, της σκέψης και κόσμου, του ζώντος και το μη-ζώντος, της ζωής και του θανάτου. Όλα είναι δυνατό στο Μαλντορόρ, κάθε υβρίδιο επιτρέπεται, κάθε μορφή υπάρχει μόνο για να παραμορφώνεται και να αναμορφώνεται. Η τερατολογία, με τη ροπή της για επιθετική, αυθόρμητη δημιουργία καινοφανών μορφών, γίνεται, στην πράξη, ο κανόνας. Μ’ αυτή την έννοια, το Μαλντορόρ θέτει επίσης μια πρόκληση προς την αρχή του αποχρώντος λόγου, την ηθική και θεολογική αρχή ότι ο κόσμος είναι εύμορφος και ότι η μορφή του κόσμου είναι αναγκαία στον ίδιο.

Βιβλιογραφία

Aristotle, On the Soul/Parva Naturalia/On Breath. μτφρ. W.S. Hett. Cambridge, MA: Harvard UP/ Loeb Classical Library, 2000. Print.

Artaud, Antonin. «Letter on Lautréamont» Artaud Anthology. San Francisco: City Lights, 1965. 123–27. Print.

Bachelard, Gaston. Lautréamont. 1939. Μτφρ. James Hillman και Robert S. Dupree. Dallas: Dallas Institute, 1986. Print.

de Jonge, Alex. Nightmare Culture: Lautréamont and «Les Chants de Maldoror». New York: St. Martin’s, 1973. Print.

Deleuze, Gilles. «Literature and Life». Μτφρ. Daniel Smith. Critical Inquiry 23.2 (1997): 225–30. Print.

Dionysius the Areopagite. Pseudo-Dionysius: The Complete Works. Μτφρ. Paul Rorem. New York: Paulist, 1988. Print.

Durand-Dessert, Liliane. La Guerre Sainte: Lautréamont et Isidore Ducasse. Nancy: Presses Universitaires de Nancy, 1991. Print.

Laruelle, François. «A Summary of Non-philosophy». Μτφρ. Ray Brassier. Pli: The Warwick Journal of Philosophy 8 (1999): 138–48. Print.

Lautréamont, Comte de Maldoror: The Complete Works of the Comte de Lautréamont. Μτφρ. Alexis Lykiard. Cambridge: Exact Change, 1994. Print.

Nesselroth, Peter. Lautréamont’s Imagery: A Stylistic Approach. Paris: Droz, 1969. Print.

Paris, Alain. «Le Bestiare des Chants de Maldoror». Quatre Lectures de Lautréamont. Paris: Nizet, 1972. 83–143. Print.

Praz, Mario. The Romantic Agony. 1933. Μτφρ. Angus Davidson. New York: Meridian, 1963. Print.

Σημειώσεις

1 [ΣτM] Λωτρεαμόν, Μαλντορόρ, μτφ. Σ. Πασχάλης, Νεφέλη, Αθήνα, 2011, σσ.135-6

2 [ΣτM] Στο ίδιο, σσ. 186-7.

3Η κριτική δημοσιεύτηκε στο La Jeunesse 5 (Σεπτ. 1868) και ανατυπώθηκε στο Maldoror: The Complete Works of the Comte de Lautréamont.

4Από επιστολή (23 Οκτ. 1869) στον Poulet-Malassis, ανατυπωμένη στο Maldoror: The Complete Works of the Comte de Lautréamont.

5Αυτή είναι και η προσέγγιση που υιοθέτησαν τα έργα που σχετίζονται με το περιοδικό Tel Quel, με πιο σημαντικό ανάμεσά τους το Revolution in Poetic Language της Τζούλια Κρίστεβα.

6Στη συνέχεια ο Μπασλάρ αντιπαραβάλει τον Μαλντορόρ με τη Μεταμόρφωση του Κάφκα, το Βιβλίο της Ζούγκλας του Κίπλινγκ και το Το νησί του δρος Μορώ του Ουέλς.

7Ο Λωτρεαμόν δεν είναι ο πρώτος ο οποίος υπέδειξε αυτή την τομή – μπορούμε να την εντοπίσουμε σ’ όλα τα νεότερα ανθολόγια ζωολογικών μύθων και τερατολογιών, στα οποία η γλώσσα της επιστήμης και του μύθου συμφύρονται. Επίσης, το σημείο αυτό το πραγματεύτηκε και η σύγχρονη θεωρία, οι Ντελέζ και Γκουατταρί, για παράδειγμα, στην ανάλυσή τους για τη ζωικότητα στον Κάφκα ή ο Akira Lippit με την έννοια της «ζωομεταφοράς», την οποία ανέπτυξε στο βιβλίο του Electric Animal.

8[ΣτM] «Είναι ανάγκη λοιπόν η ψυχή να είναι ουσία, γιατί είναι μορφή σώματος φυσικού που έχει τη δυναμικότητα να ζη». Βλ. Αριστοτέλης, Περί ψυχής, μτφρ. Β.Τατάκης, Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 1954, σ. 81.

9[ΣτΜ] Για τούτο η ψυχή είναι η πρώτη ενδελέχεια σώματος φυσικού που έχει δυναμικότητα ζωής. Στο ίδιο, σσ. 81-3.

10[ΣτΜ] Διονυσίου Αεροπαγίτου, Περί μυστικής θεολογίας, μτφ. Σ. Γουνελάς, Αρμός, Αθήνα, 2002, σ. 49.

11Αν και ο όρος αναμόρφωση έχει διπλό νόημα –στην μεν ιστορία της τέχνης αναφέρεται στην οπτική ψευδαίσθηση, στη δε βιολογία στην ανάπτυξη των εμβρυϊκών μορφών ζωής–, τον χρησιμοποιώ εδώ για να περιγράψω την καταστροφή της μορφής και της διαμορφωτικής ικανότητας. «Σ’ αυτή την περίπτωση, ο όρος ανα-μόρφωση δηλώνει την κυριολεκτική επίστρωση της αρνητικής μορφής (ana– “πίσω”, “αντιστροφή”, “ξανά”) στην ήδη υπάρχουσα μορφή (morphe ̄, “σχήμα”, “μορφή”).»

12[ΣτΜ] Λωτρεαμόν, ό.π., σσ. 205-6.

13[ΣτΜ] Λωτρεαμόν, ό.π., σσ. 233-4.

14Η οικειοποίηση αυτού του αποσπάσματος επισημαίνεται στο ακόμα πολύτιμο άρθρο του Maurice Viroux «Lautréamont et le Dr. Chenu» (που δημοσιεύτηκε το 1952 στο Mercure de France)· ο Viroux εντόπισε ένα σχεδόν κατά λέξη απόσπασμα απ’ τον τόμο Oiseaux της Encyclopédie του Chenu.

15Δανείζομαι την έκφραση, αλλάζοντάς την ελάχιστα, απ’ τον Laruelle. Στο βιβλίο του Mystique non-philosophique à l’usage des contemporains, ο Laruelle πραγματεύεται τον απομονωτικό μυστικισμό που συναντάμε στα έργα του Έκαρτ, περιγράφοντάς τον ως Vécu-sans-Vie Βιωμένο-άνευ-Ζωής»].

About isidorou

everyday life, daydreaming, critique,fragments and theories, impossibilities, practices,false strategies, city slang
%d bloggers like this: